Αρχική > Εξωτερική πολιτική, Οικονομία, Προβληματισμοί > Μην προσπαθείτε να αλλάξτε οποιαδήποτε χώρα

Μην προσπαθείτε να αλλάξτε οποιαδήποτε χώρα

11 Απριλίου, 2013 Σχολιάστε Go to comments

europe sinkΟι ΗΠΑ θα πρέπει να λάβουν μέτρα για μεγαλύτερη μείωση του ελλείμματος. Η Κίνα θα πρέπει να καταφέρει επέκταση της εγχώριας ζήτησης. Οι αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Ινδία θα πρέπει να είναι πιο φιλικές προς το ξένο κεφάλαιο. Η βρετανική κυβέρνηση θα πρέπει να περιορίσει τον ενθουσιασμό της για την αναγκαία λιτότητα.

Όλες πλέον οι οικονομικές εκθέσεις είναι γεμάτες από παρόμοιες συστάσεις. Το πρόβλημα είναι ότι δεν πρόκειται να συμβούν. Ακόμα χειρότερα, συμβουλές αποπληθωρισμού και περιορισμών μπορεί να επιβληθούν σε σε χώρες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες – όπως τα ασθενέστερα μέλη της ευρωζώνης, τα οποία είναι θύματα της λεγόμενης τρόικας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του ΔΝΤ. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος όμως να αναγκάστούν  ισχυρές χώρες με πλεόνασμα να ακολουθήσουν τη συμβουλή των οργανισμών αυτών.

Η μοναδική μεγάλη χώρα που ενήργησε εν μέρει, σύμφωνα με τις προσταγές των διεθνών οργανισμών είναι η Ιαπωνία, η οποία ανακοίνωνσε μια επιθετική νομισματική πολιτική με εκ νέου χαλάρωση ξαφνιάζοντας ευχάριστα τις αγορές. Οι Ιάπωνες αρνούνται ότι η υποτίμηση του γιεν ήταν μια σκόπιμη πολιτική και όχι αυθόρμητη αντίδραση της αγοράς. Ομοίως, το ότι το κινεζικό πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει σχεδόν εξαφανιστεί, οφείλεται περισσότερο στην ύφεση στις αγορές, παρά στις διεθνείς πιέσεις.

Η Γερμανία αποτελεί ένα άλλο παράδειγμα της αναποτελεσματικότητας της συναίνεσης. Για πολλά χρόνια, ήταν υπό πίεση για αύξηση της ζήτησης εντός των συνόρων. Ας θυμηθούμε την άκαμπτη προ-κεϋνσιανή ορθοδοξία που έχει επηρεάσει έντονα τη γερμανική πολιτική, η οποία είναι η ελάχιστη ιστορική ανταμοιβή για την έντονη εκστρατεία του Κέυνς στη δεκαετία του 1920 για ελάφρυνση της επιβάρυνσης των αποζημιώσεων που επιβλήθηκαν στη Γερμανία στη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι κινήσεις να θέσουν τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό ως συνταγματική απαίτηση δείχνουν ότι οι ηγέτες της χώρας έχουν εισαγάγει έναν οικονομικό βουρβονισμό από τους Γάλλους γείτονές τους. H πολιτική αυτή μπορεί να χαλαρώσει λίγο μετά τις εκλογές της χώρας το τρέχον έτος, αλλά μην περιμένετε εντυπωσιακές αλλαγές.

Δεν μπορούμε να πούμε φυσικά ότι η Γερμανία έχει κάνει άσχημα απορρίπτοντας την επικράτουσα αντίληψη. Ο πληθωρισμός της είναι λίγο κάτω από 2 τοις εκατό. Κατέγραψε αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2012, αλλά αυτό είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αποδειχθεί μεμονωμένο γεγονός. Το ποσοστό ανεργίας μικρότερο από 6 τοις εκατό μπορεί να μην είναι απόλυτα ικανοποιητικό, αλλά είναι πολύ χαμηλότερη από εκείνο των ΗΠΑ ή του Ηνωμένου Βασιλείου, ή ακόμη και οποιοδήποτε από τους εταίρους της στην ΕΕ, με εξαίρεση την Ολλανδία, με την οποία είναι στενά συνδεδεμένη.

Αλλά αυτό που ξεχωρίζει είναι ένα ευρύ πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο εκτιμάται σε 7 τοις εκατό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. (Το γεγονός ότι το γνωρίζουμε το στοιχείο αυτό δείχνει πόσο μακριά είναι η Ευρωζώνη από το να είναι μια πραγματική οικονομική ένωση. Μπορεί κάποιος να πει το ισοζύγιο πληρωμών του Sussex ή του Schleswig-Holstein ή της Οκλαχόμα;) Εάν από κάποιο θαύμα το παλιό γερμανικό μάρκο θα μπορούσε να αποκατασταθεί, είναι βέβαιο ότι θα ήταν δυνατότερο.

Μερικοί έχουν προτείνει ότι η Γερμανία θα πρέπει προσωρινά να εγκαταλείψουν το ευρώ και να επανέλθει με υψηλότερη ισοτιμία. Αυτό είναι ένα τέλειο παράδειγμα οικονομίας, χωρίς πολιτική. Αν αυτή η συμβουλή υλοποιούνταν, σχεδόν σίγουρα δε θα υπήρχε καν το ευρώ στο οποίο θα επέστρεφε η Γερμανία κάτι που θα πρέπει να ανησυχεί τους λάτρεις του ενιαίου νομίσματος.

Η γενική παρατήρηση είναι καλύτερα να δεχθούμε τη γερμανική πολιτική ως δεδομένη, αντί να προσπαθήσουμε να την αλλάξουμε. Αυτό το σημείο έγινε σαφές κατά τη διάρκεια της διάσκεψης της Βόννης του 1968, όταν ο Roy Jenkins, στη συνέχεια, υπουργός οικονομικών στο Ηνωμένο Βασίλειο, μάταια ζήτησε επανεκτίμηση του γερμανικού μάρκου, για να ταιριάζει την βρετανική υποτίμηση που είχε προηγηθεί.

Απέτυχε. Ήταν από τις λίγες φορές που ο ήπιος Jenkins έχασε την ψυχραιμία του, κλείνοντας με δύναμη την πόρτα του αυτοκινήτου του δηλώνοντας με στόμφο «Δεν έχω τίποτα να πω.» Τελικά η Γερμανία έκανε ανατίμηση όποτε θεώρησε εκείνη σωστό. Το πρόβλημα λύθηκε μετά το 1973 με την πολύ σύντομη περίοδο των κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Σε τελική ανάλυση, οι κυβερνήσεις πρέπει να δρουν «εγωιστικά» για τη διασφάλιση των δικών τους πολιτών. Υπάρχουν βέβαια και καλοί και κακοί τρόποι για να γίνει αυτό.

Η λάθος διαδρομή στη δεκαετία του 1930 ήταν ο πολλαπλασιασμός των εμπορικών περιορισμών, πολιτικών εργασίας από το πουθενά και ούτω καθεξής.

Η κρίσιμη πτυχή είναι αυτό που είναι γνωστό ως «νομισματικός πόλεμος» ή το πιο αδέξιο ανταγωνιστική υποτίμηση. Αν το κύριο όπλο είναι η νομισματική πολιτική η βλάβη μπορεί να είναι ελάχιστη. Πράγματι, αν οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση αλληλοεξουδετερώνονται, το κύριο αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι κάποια πολύ αναγκαία διεθνή νομισματική επέκταση.

Η γενική αντίληψη είναι ότι – εκτός εάν συμμετέχουν σε υψηλού επιπέδου διεθνείς συναντήσεις – οι εθνικοί φορείς χάραξης πολιτικής θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τη συμπεριφορά των άλλων κυβερνήσεων, ως εξωγενείς. Με άλλα λόγια, καλό θα κάναν να τους αποδεχτούν ως έχουν.

http://www.sofokleous10.gr/portal2/index.php?option=com_content&view=article&id=93559&catid=&Itemid=73

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: