Οι «πελατειακές σχέσεις» εξακολουθούν να δολοφονούν την Ελλάδα και τους Έλληνες

Posted on Updated on

ΜΙΑ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Οι καθηγητές Γρηγοριάδης και Δεμέτζος
Οι καθηγητές Γρηγοριάδης και Δεμέτζος

Γράφει: Βάσω Μιχοπούλου

Μέχρι να πάρω στα χέρια μου το μυθιστόρημα με τίτλο: «Και τα Τζιτζίκια ακόμα Τραγουδάνε» από τις εκδόσεις Παρισιάνου Α.Ε, ελάχιστα γνώριζα για τον συγγραφέα του, αλλά και  κορυφαίο επιστήμονα Γρηγόρη Γρηγοριάδη.
Και όσα γνώριζα ήταν μόνο από τον Καθηγητή Φαρμακευτικής Νανο-τεχνολογίας Κων/νο Δεμέτζο, ο οποίος δεν παραλείπει  να αναφέρεται βιβλιογραφικά στο έργο του Καθηγητή Γρηγοριάδη, αφού ο διεθνώς αναγνωρισμένος  Έλληνας επιστήμονας της διασποράς υπήρξε πρωτοπόρος στον τομέα της τεχνολογίας των λιποσωμάτων και εξελικτικά  στην έρευνα και ανάπτυξη «ευφυών» συστημάτων (smart devices) για την μεταφορά και παράδοση φαρμακευτικών ουσιών σε πάσχοντες ιστούς. Η έρευνα της μορφοποίησης και της ανάπτυξης καινοτόμων φαρμάκων είναι μια από τις κύριες δραστηριότητες του Εργαστηρίου της Φαρμακευτικής Τεχνολογίας της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών που διευθύνει ο Καθηγητής Δεμέτζος.
Αυτά μου λέει ο ίδιος καθισμένος σε μια αίθουσα του Ζαππείου, περιμένοντας τον Καθηγητή Γρηγοριάδη να ολοκληρώσει την εισήγησή του στο πλαίσιο του συνεδρίου  του ελληνικού παραρτήματος της “Controlled Release Society”, του διεθνούς επιστημονικού φορέα που ασχολείται με συστήματα ελεγχόμενης μεταφοράς και αποδέσμευσης φαρμακομορίων.
Οι «πελατειακές σχέσεις» εξακολουθούν να δολοφονούν την Ελλάδα και τους Έλληνες
Ο συγκεκριμένος φορέας έχει ήδη τιμήσει με βραβείο την προηγούμενη ημέρα τον Καθηγητή Γρηγοριάδη για τη συνολική προσφορά του στον τομέα της Φαρμακευτικής έρευνας. Αυτός εξάλλου είναι και ο ένας από τους δύο λόγους που ο Έλληνας επιστήμονας βρίσκεται στην Ελλάδα. Ο άλλος είναι ότι την επόμενη βδομάδα θα παρουσιάσει το μυθιστόρημά του στο κοινό της Αθήνας και εγώ εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία να συνομιλήσω ταυτόχρονα και με τους δυο, με την παλιά και τη νέα γενιά της Φαρμακευτικής επιστήμης, με τον πρωτοπόρο της έρευνας καθ. Γρηγόρη Γρηγοριάδη, αλλά και με τον άξιο συνεχιστή  του στο ίδιο επιστημονικό πεδίο καθ. Κων/νο Δεμέτζο, με τον Έλληνα επιστήμονα της διασποράς από τη μια μεριά που βλέπει από το εξωτερικό την μεγάλη εικόνα της Ελλάδας, αλλά και από την άλλη, με τον Έλληνα πανεπιστημιακό που μετά από σπουδές στο εξωτερικό επιμένει να αγωνίζεται στη χώρα μας πάνω στην έρευνα των νέων φαρμάκων, παρά τις όποιες αντιξοότητες.

 Η επιστήμη, η φαρμακολογία, η Ελλάδα, ο πολιτισμός, η έρευνα, το Λονδίνο, η Αμερική, το πάθος της συγγραφής, η Αθήνα, η Κατοχή, η Δωροθέα, ο Αλκίνοος, ο ζητιάνος, ο Ναπολέοντας (που δεν γνωρίζουμε  αν βρίσκεται εν ζωή), μπλέκονται μαγικά σε  μια απολαυστική  συζήτηση, που μοιάζει με  μυθιστόρημα ενηλικίωσης με φόντο την Ελλάδα του χθες, του σήμερα και του αύριο.
-Βρισκόμαστε τελικά στην πιο δυναμική εποχή της Φαρμακολογίας. Και ποιες είναι οι σημερινές προκλήσεις του κλάδου;          
Γ. Γρηγοριάδης: Νομίζω ότι είμαστε σε έναν καλό δρόμο, αλλά όχι στο pick. Η φαρμακολογία έχει ακόμη μακρύ δρόμο να διανύσει ειδικότερα στον καρκίνο και στα αυτοάνοσα νοσήματα. Για μένα η πρόοδος στην έρευνα ερμηνεύεται μόνο ως το άνοιγμα ενός δρόμου και όχι ως δημοτικότητα ενός επιστημονικού αντικειμένου ή ως σύνολο δημοσιεύσεων. Προσωπικά πιστεύω πως η επιστήμη δεν έχει όρια. Διάβασα κάποτε σε ένα άρθρο στο περιοδικό «Nature» μια ερώτηση του τύπου: «Έφτασε το τέλος της επιστήμης;». Αν είναι δυνατόν. Κι εγώ αν σήμερα είχα εργαστήριο θα ήθελα να κάνω κάτι παραπάνω, αλλά έχω απομακρυνθεί από την έρευνα. Βλέπω για παράδειγμα ότι μεγάλο μέρος της ερευνητικής δραστηριότητας εστιάζει σήμερα στα γονίδια και αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να είχα μπει κι εγώ σε αυτόν τον δρόμο. Τα λιποσώματα βοήθησαν, αλλά δεν εμβάθυναν τόσο όσο η Μοριακή Βιολογία.
Κ. Δεμέτζος: Αν και έχει απομακρυνθεί από την έρευνα, όπως είπε, εξακολουθεί να είναι δάσκαλος, πράγμα που είναι σημαντικό για όλους μας. Για να επανέλθουμε,  πρέπει και η κοινωνία να εκπαιδευτεί στο να καταλαβαίνει τι είναι σημαντικό στην επιστήμη. Από τη δημοσίευση μιας έρευνας μέχρι την κλινική πράξη και την παραγωγή φαρμάκου είναι μακρύς ο δρόμος. Οι Έλληνες δεν διαφέρουν από τους άλλους λαούς στο να καταλαβαίνουν σωστά την πληροφορία, αρκεί αυτή η πληροφορία να περνάει προσεκτικά από τα σωστά κανάλια και με τον σωστό τρόπο.
Γ. Γρηγοριάδης: Και αυτός είναι ο δικός σας ρόλος, των δημοσιογράφων, γιατί μεταξύ επιστήμης και κοινωνίας βρίσκονται τα Μέσα ενημέρωσης.
-Κύριε Γρηγοριάδη εσείς από το εξωτερικό μπορείτε να βλέπετε καλύτερα την εικόνα της Ελλάδας με ευρυγώνιο φακό. Πώς αξιολογείτε το επίπεδο της έρευνας εδώ και τι θα προτείνατε ως «φάρμακο» για να «ανακόψετε» την «διαρροή εγκεφάλων» από τη χώρα μας;
Γ. Γρηγοριάδης: Ακούστε, όταν ολοκλήρωσα την στρατιωτική μου θητεία στην αεροπορία γύρω στο ’60 έμεινα άνεργος. Βρήκα λοιπόν μια απασχόληση σε ένα εργαστήριο μέσα στο «Λαϊκό» νοσοκομείο αλλά χωρίς  αμοιβή. Κάποιος εκεί μέσα μου είπε: «Κάθισε εδώ και κάτι θα γίνει κάποτε» δηλ. θα βρεθεί κάποιο μέσο να με τακτοποιήσει. Ευτυχώς  εκεί μέσα γνώρισα τυχαία  τον Καλλίστρατο, έναν Έλληνα επιστήμονα της διασποράς που με κάλεσε στο Αμβούργο.
Έπειτα από μια υποτροφία εργάστηκα ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ, στο Αμβούργο και μετανάστευσα στον Καναδά, όπου βρήκα δύο δουλειές, μια στη βιομηχανία και μια στο πανεπιστήμιο. Προτίμησα φυσικά το πανεπιστήμιο και συνέχισα με διδακτορικό στη Βιοχημεία από το  ΜακΓκιλ, στο Μόντρεαλ. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ευτυχώς δεν «βολεύτηκα» στην Ελλάδα με το μέσο. Δυστυχώς αυτό το μέσο και οι «πελατειακές σχέσεις» εξακολουθούν να δολοφονούν την Ελλάδα και τους Έλληνες. Αυτή είναι η εικόνα που βλέπω απ’ έξω. Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι ότι εξαρτιόμαστε από τους άλλους. Βλέπω νέα παιδιά, σπουδαίους ερευνητές, που εγκαταλείπουν τη χώρα γιατί δεν έχουν μέσο. Και αυτοί που μένουν, ένας Θεός ξέρει γιατί παραμένουν.
Κ. Δεμέτζος: Παραμένουμε γιατί υπάρχει πάθος για την έρευνα, γιατί την αγαπάμε,  γιατί θέλουμε να στηρίξουμε την Ελληνική εκπαίδευση και γιατί πρέπει συμβάλλουμε στην παιδεία των νέων μας μεταφέροντας την επιστημονική γνώση και την εμπειρία που αποκτήσαμε από σπουδές και στο εξωτερικό. Η πλειονότητα των Ελλήνων ερευνητών λειτουργεί έτσι. Το κάνουμε και για την Ελλάδα, γιατί θέλουμε να εκπροσωπούμε επάξια τη χώρα μας στο εξωτερικό μέσω της ερευνητικής μας δραστηριότητας. Το κάνουμε και για τη κοινωνία και για τους Έλληνες, γιατί ο κόσμος χρειάζεται ένα στήριγμα και γιατί οι επιστήμονες είναι στήριγμα για την κοινωνία.
Γ. Γρηγοριάδης: Προσωπικά πιστεύω, ανεξάρτητα από τον τόπο που επιλέγουν να ζήσουν οι Έλληνες επιστήμονες, πως κάθε Έλληνας πρέπει να ζει για λίγο έξω για να δει τη μεγάλη εικόνα. Όταν δεν βγαίνεις έξω έχεις διαφορετική άποψη για την χώρα μας. Εδώ μέσα νομίζεις ότι η Ελλάδα  είναι το κέντρο του κόσμου.
Κ. Δεμέτζος: Έχει δίκιο ο καθηγητής. Το βίωσα όταν από το Παρίσι, όπου ολοκλήρωσα το διδακτορικό μου μετακινήθηκα, πιο ώριμος πια, στην Αμερική, στο Σαν Φραντσίσκο, κοντά στον δεύτερο πρωτοπόρο του κλάδου μας, τον καθ. Δημήτρη Παπαχατζόπουλο. Εκεί προσγειώθηκα. Κατάλαβα ότι το θέμα δεν είναι να είσαι Έλληνας, αλλά κυρίως άνθρωπος. Όλο αυτό με έβγαλε από την εγωιστική θέση ότι είμαι Έλληνας και μπορώ να καταφέρω τα πάντα. Δεν είναι θέμα τι μπορεί να κάνει ο Έλληνας, αλλά τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος.
Γ. Γρηγοριάδης: Η Ελλάδα δυστυχώς, φτωχαίνει από το ταλέντο των Ελλήνων και αυτό είναι ανησυχητικό. Πρέπει να δώσουμε στους νέους επιστήμονες κίνητρο να παραμείνουν και νομίζω πως το ισχυρότερο είναι η αξιοκρατία. Είμαστε και έξυπνοι και ικανοί. Γιατί νομίζετε ότι μεγαλουργούν έξω οι Έλληνες; Από την άλλη χρειάζεται να χρηματοδοτηθεί η έρευνα, να δημιουργηθούν οι κατάλληλες και απαραίτητες υποδομές και να παρασχεθεί η δυνατότητα στους επιστήμονες να χρησιμοποιούν με ευκολία τα «εργαλεία» που τους δίνονται
Κ. Δεμέτζος: Αυτό που βλέπω εγώ πάντως, είναι ότι τα νέα παιδιά αποδεσμεύονται σιγά- σιγά από την ανάγκη να τους υποδείξει κάποιος τι να κάνουν στη ζωή τους ή να τους βοηθήσει να τακτοποιηθούν με όποιο μέσο. Τους ενδιαφέρει να προχωρούν στην επιστήμη και να παράγουν έργο και λόγω της επαφής με την  Ευρωπαϊκή Ένωση κοιτούν πολύ προς τα έξω. Θεωρώ ότι η νέα γενιά είναι πολύ καλύτερη και ότι έχει την ικανότητα να απορρίψει τα «βαρίδια» του παρελθόντος και τις εγωιστικές και εσωστρεφείς συμπεριφορές.
Μεγαλώνοντας στην Αθήνα της Κατοχής…
Τα επιστημονικά ενδιαφέροντα μονοπώλησαν τον χρόνο του καθηγητή Γρηγοριάδη για δεκαετίες. Ζούσε στο εξωτερικό μια διαφορετική ζωή αλλά ποτέ δεν ξέχασε την Αθήνα της Κατοχής. Μετά  το πέρας της ακαδημαϊκής του σταδιοδρομίας, η αγάπη του για τη δημιουργική γραφή ξαναβγήκε στην επιφάνεια. Είχε ήδη συγγράψει δύο μυθιστορήματα («Ο δειλός άνθρωπος» και «Καλύτερα μόνος»). Ο ίδιος πάντως δηλώνει πως θα ήθελε ο κόσμος να τον γνωρίζει περισσότερο για το συγγραφικό του έργο και όχι για το επιστημονικό.
Γ. Γρηγοριάδης: Το παιδικό μου όνειρο ήταν να γίνω συγγραφέας, αλλά βρέθηκε στο δρόμο μου ένας δημοσιογράφος και με απέτρεψε(γέλια).Έτσι καταπίεσα την αγάπη μου για το γράψιμο όλα αυτά τα χρόνια. Αν ξανάρχιζα τώρα ίσως να μην συνέχιζα στην επιστήμη, αν και αυτή με ωρίμασε. Από την άλλη πάλι αν δεν είχα ασχοληθεί με την επιστήμη ίσως να μην έγραφα. Το μυθιστόρημα είναι πολύ δύσκολο. Το τελευταίο βιβλίο μου μού πήρε έξι χρόνια για να το ολοκληρώσω. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα θα είχα γράψει τουλάχιστον 40 papers(γέλια).
Κ. Δεμέτζος: Νομίζω όμως ότι το γεγονός πως γράφετε νουβέλες φανερώνει πως έχετε εγκλωβίσει στην καρδιά σας κάποια στοιχεία από την έρευνα. Διαβάζοντας το βιβλίο σας διέκρινα και τη λογική ενός paper (επιστημονικού άρθρου), μιας επιστημονικής ελεγείας.
Γ. Γρηγοριάδης: Η αλήθεια είναι πως με βοηθάει λίγο στην τεχνική γιατί ακολουθώ αυθόρμητα την επιστημονική μεθοδολογία και μπορώ να το διαβάζω αντικειμενικά ως αναγνώστης. Από την άλλη, έχω μια ικανότητα να μπαίνω στο κάθε ρόλο, δηλ. όταν έγραφα ήμουν η Δωροθέα, ο Αλκίνοος, ο ζητιάνος, ο Ναπολέοντας. Βέβαια τον Ναπολέοντα από το Παγκράτι τον έκανα θύμα ενός εγκεφαλικού, τον αδίκησα και δεν γνωρίζω αν βρίσκεται εν ζωή. Ελπίζω πως θα ζει, πως θα διαβάσει τη συνέντευξη και πως θα έρθει στην παρουσίαση του βιβλίου.
Κ. Δεμέτζος: Το βιβλίο σας έχει περιγραφές από τις γειτονιές της Αθήνας που αναφέρονται στο παρελθόν, αλλά ίσως να αποτελούν και μια αισιόδοξη προβολή στο μέλλον της Αθηναϊκής μεγαλούπολης, τηρουμένων των αναλογιών του χρόνου και του χώρου
Γ. Γρηγοριάδης: Εγώ λατρεύω την Αθήνα και μόνο εδώ θα μπορούσα να ζήσω αν επέστρεφα. Κάποια στιγμή μου πρότειναν μια θέση στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας και δεν δέχτηκα γιατί φοβήθηκα μην εγκλωβιστώ εκεί.
Κ. Δεμέτζος: Θα ήθελα να προσθέσω πως ο Καθηγητής Γρηγοριάδης έχει προλογίσει και τα δύο βιβλία μου το ένα στα Ελληνικά με τίτλο «Φαρμακευτική Νανοτεχνολογία. Βασικές αρχές και πρακτικές εφαρμογές», Εκδ. Παρισιάνου Α.Ε και στα αγγλικά με τίτλο «Pharmaceutical Nanotechnology. Fundamentals and Practical Applications», Springer, 2016 και αυτό  αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για μένα.
Γ. Γρηγοριάδης: Ίσως ήρθε η ώρα να γράψεις και ένα μυθιστόρημα για να το προλογίσω και αυτό.
Κ. Δεμέτζος: Δεν νομίζω ότι έχω τα βιώματα (γέλια)
Ο Καθηγητής Γρηγοριάδης ποτέ δεν μπόρεσε να δεχτεί πως υπάρχουν αρνητικοί αριθμοί. Έχει πάθος με τη σημασία του απείρου και  «αλλεργία» με τη Θερμοδυναμική. Παρομοιάζει τον άνθρωπο (δίνοντας τη διάσταση του απείρου) με ένα τούβλο σε έναν θαυμαστό Καθεδρικό ναό, όπου εκείνο, ως απλός λίθος δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος του καθεδρικού ναού. Του καθηγητή του λείπει πάντα η γενναιοδωρία των συναισθημάτων και ο αυθορμητισμός των Ελλήνων, αλλά τους κατηγορεί για τις αυτοκαταστροφικές τους τάσεις. «Είμαστε οι χειρότεροι εχθροί του εαυτού μας. Πατάμε γερά στην Ιστορία και στην εξυπνάδα μας, αλλά κάτι μας τραβάει προς τα κάτω. Όταν ο Έλληνας πάει στο   εξωτερικό γίνεται Ευρωπαίος, αλλάζει. Εδώ παραμένει στάσιμος με τάσεις προς τα πίσω. Εμείς δημιουργήσαμε τον δυτικό πολιτισμό και τον πήραν οι Βάρβαροι και έγιναν καλύτεροι. Και εμείς δυστυχώς, μείναμε πίσω χωρίς Βαρβάρους!…»
Λίγα λόγια για τον Γρηγόρη Γρηγοριάδη:
Ο Γρηγόρης Γρηγοριάδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο 7o Γυμνάσιο Αθηνών στο Παγκράτι και σπούδασε Χημεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα συνέγραψε δύο μυθιστορήματα («Ο δειλός άνθρωπος» και «Καλύτερα μόνος»).
Μετά το πέρας των σπουδών του, υπηρέτησε ως αξιωματικός στην Πολεμική Αεροπορία. Εργάστηκε με υποτροφία ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ, στο Αμβούργο και κατόπιν μετακινήθηκε στον Καναδά, όπου απέκτησε διδακτορικό στη Βιοχημεία από το Πανεπιστήμιο ΜακΓκιλ, στο Μόντρεαλ. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τη σύζυγό του, Σου Μπάιρον-Μπράουν.
Έπειτα από μεταδιδακτορικές σπουδές στο Ιατρικό Κολέγιο Άλμπερτ Αϊνστάιν, στη Νέα Υόρκη, εργάστηκε στο Λονδίνο ως ερευνητής στο Συμβούλιο Ιατρικής Έρευνας και αργότερα ως καθηγητής στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Λονδίνου (UCL), όπου επικεντρώθηκε πάνω στη βελτιστοποίηση της  αποτελεσματικότητας των φαρμάκων και των εμβολίων.
Έχει δημοσιεύσει περίπου 400 ερευνητικές εργασίες και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και εξέδωσε 27 τόμους πάνω στη μεταφορά και στοχευμένη δράση φαρμάκων. Η έρευνά του αποτέλεσε τη βάση ενός καινοτόμου τρόπου χρήσης των φαρμάκων, οδηγώντας σε δεκάδες βραβεία, τιμητικές  διακρίσεις κι ένα DSc από το UCL. Το 2016 τιμήθηκε μαζί με άλλους δύο Έλληνες του εξωτερικού στο Διεθνές Συνέδριο Φαρμακολογίας στο Ζάππειο για τη συνολική του προσφορά στη Φαρμακολογία.
Το 1997 ίδρυσε την εταιρεία βιοτεχνολογίας Xenetic Biosciences, που τώρα λειτουργεί στη Βοστώνη, στις Η.Π.Α. Αποσύρθηκε από το UCL το 2002, παραμένοντας στο διοικητικό συμβούλιο της ανωτέρω εταιρείας, επιστρέφοντας παράλληλα στην παλιά του αγάπη, τη λογοτεχνική συγγραφή.
Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Το ιστορικό-ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του καθηγητή Γρηγόρη Γρηγοριάδη «Και τα τζιτζίκια ακόμα τραγουδάνε» από τις εκδόσεις Παρισιάνου είναι ένα βιβλίο που έχει ήδη γνωρίσει επιτυχία στην Αγγλία και ήταν υποψήφιο για το International Rubery Book Award το 2015.
Η πλοκή εκτυλίσσεται στην Αθήνα τη δεκαετία του 1930. Ο μικρός Αλκίνοος μεγαλώνει υπό τη δικτατορία του Μεταξά. Το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ιταμή επίθεση των Ιταλών εναντίον της Ελλάδας και ακολούθως η εισβολή των Γερμανών ανατρέπουν βίαια τον κόσμο του μικρού αγοριού. Η ονειρεμένη ζωή του γίνεται εφιάλτης: Κατοχή, λιμός, εκτελέσεις.
Ερωτευμένος με ένα κορίτσι από τη Γερμανία, ο Αλκίνοος, παράλληλα με τον αδυσώπητο αγώνα της επιβίωσης, έρχεται αντιμέτωπος με μείζονα ηθικά διλήμματα που θέτουν υπό αίρεση τις έννοιες του πατριωτισμού, του καθήκοντος και της αγάπης.
Παράτολμα εγχειρήματα κάτω από τη μύτη της Γκεστάπο, ηρωισμός, πανουργία και σοφία συνθέτουν ένα σύγχρονο δράμα που, από σελίδα σε σελίδα, προχωρά με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση μέχρι την τελική τραγωδία.
Ένα συγκινητικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης που εκτείνεται από τη δεκαετία του 1930 μέχρι τις μέρες μας, αγκαλιάζοντας πάνω από μισό αιώνα ελληνικής ιστορίας. Με λυρική πρόζα και δυνατή αφήγηση, ο συγγραφέας ζωντανεύει μια ολόκληρη κοινωνία μπλεγμένη στη δίνη της Ιστορίας και πλάθει έναν ήρωα που ανδρώνεται οδυνηρά μέσα από τη διττή δοκιμασία του Έρωτα και του Πολέμου.
Η παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο: «Και τα Τζιτζίκια ακόμη Τραγουδάνε» θα γίνει την Τρίτη 28 Ιουνίου στο PolisArtCafé άνωθεν της  Στοάς του Βιβλίου (Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου) στις 20:00
Ημερησία
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s