Σε νέα, επικίνδυνη φάση η κρίση στην ευρωζώνη

Posted on Updated on

Αποτέλεσμα εικόνας για Σε νέα, επικίνδυνη φάση η κρίση στην ευρωζώνη
Γράφει η Αννα Φαλτάιτς

Για την Ευρώπη, τα πολιτικά και οικονομικά ρίσκα δεν είναι κάτι νέο. Για χρόνια ο εθνικισμός, ο λαϊκισμός, τα αντικρουόμενα στρατηγικά συμφέροντα, η χαμηλή οικονομική ανάπτυξη και η υψηλή ανεργία, οδήγησαν σε απομάκρυνση των κρατών-μελών της ΕΕ.

Η ευρωζώνη την τελευταία δεκαετία έχει δει μια ποικιλία απειλών για την ύπαρξή της, που συνδέονται με θέματα όπως τα υψηλά επίπεδα χρέους, οι εύθραυστοι τραπεζικοί τομείς και ο αυξανόμενος ευρωσκεπτικισμός. Μέχρι τώρα όμως κατάφερε να επιβιώσει. Ωστόσο, το 2017 η κρίση της ευρωζώνης θα μπορούσε να εισέλθει σε μια νέα, πιο επικίνδυνη φάση,καθώς τα ρίσκα θα αγγίξουν τους μεγαλύτερους πολιτικούς και οικονομικούς «παίκτες» της περιοχής. Και αυτό θα απειλήσει το μέλλον του μπλοκ με πιο ριζικούς τρόπους απ’ ότι στο παρελθόν.

Το επερχόμενο ρίσκο θα είναι πιο έντονο στην Ιταλία, στη Γαλλία και στη Γερμανία. Οι εθνικιστικές δυνάμεις αυξάνουν τη δυναμική τους εδώ και χρόνια, και θα δείξουν τη δύναμή τους στις γενικές εκλογές στη Γερμανία και στη Γαλλία –και ενδεχομένως στην Ιταλία, αν παραιτηθεί η κυβέρνηση πριν την λήξει της θητείας της στα μέσα του 2018. Ακόμα και αν δεν καταφέρουν να κερδίσουν σε ορισμένες ή σε όλες αυτές τις εκλογές, η δημοφιλία των εθνικιστών θα επηρεάσει τις αποφάσεις των ηγετών των χωρών αυτών, οδηγώντας σε περαιτέρω κατακερματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυξάνοντας τις απαιτήσεις για επιστροφή της εθνικής κυριαρχίας στις εθνικές κυβερνήσεις, και οδηγώντας σε περισσότερες μονομερείς ενέργειες από κράτη μέλη.
Η αβεβαιότητα για τα πολιτικά γεγονότα σ’ αυτές τις χώρες του Ευρωπαϊκού πυρήνα θα αυξήσουν επίσης τα οικονομικά ρίσκα, ιδιαίτερα στον τραπεζικό κλάδο.

Και την ώρα που θα χειρίζεται τα εσωτερικά της θέματα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αντιμετωπίσει νέα θέματα από το εξωτερικό, κυρίως τη νέα παγκόσμια τάξη που ξεκίνησε τη στιγμή που εξελέγη ο Ντόναλντ Τραμπ. Τα ερωτήματα αναφορικά με την αξιοπιστία της ομπρέλας ασφαλείας του ΝΑΤΟ, όπως και οι πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις, θα δημιουργήσουν ευκαιρίες για τα μέλη της ΕΕ να συνεργαστούν σε θέματα ασφάλειας και άμυνας. Όμως ο αυξανόμενος ευρωσκεπτικισμός και τα εγχώρια πολιτικά ζητήματα θα αποτρέψουν την εφαρμογή οικονομικών και χρηματοοικονομικών μεταρρυθμίσεων. Εν τω μεταξύ, οι χώρες στην Ανατολική Ευρώπη θα επικεντρωθούν στην περιφερειακή και διμερή συνεργασία για να προσπαθήσουν να δείξουν ένα ενωμένο μέτωπο ενάντια στη Ρωσία.

Ερωτήματα για το μέλλον

Ό,τι συμβεί στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία –τις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης- το 2017, θα επηρεάσει όχι μόνον τις χώρες αυτές, αλλά ολόκληρη τη νομισματική ένωση. Οι εκλογές στη Γαλλία και τη Γερμανία θα «δοκιμάσουν» τη Γαλλο-Γερμανική συμμαχία, βάσει της οποίας ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η οικονομική απειλή στην Ιταλία θα «δοκιμάσει» την σταθερότητα της ευρωζώνης. Θα υπάρξουν και πάλι πολιτικές εντάσεις μεταξύ Βορρά και Νότου στην Ευρώπη, λόγω των διαφορετικών απόψεών τους για το μέλλον της ευρωζώνης.

Η Γαλλία θα είναι απασχολημένη με τις εκλογές της τους πρώτους μήνες του 2017. Σε αυτό το διάστημα, η απερχόμενη κυβέρνηση δεν θα εισάγει σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τη νέα κυβέρνηση, ασχέτως του ποιος θα κερδίσει. Αν και οι περισσότεροι υποψήφιοι για την προεδρία έχουν παρόμοιες θέσεις στα ζητήματα της ασφάλειας –για παράδειγμα, οι περισσότεροι στηρίζουν αυστηρά μέτρα για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τον περιορισμό της μετανάστευσης- ωστόσο διαφέρουν σημαντικά σε οικονομικά ζητήματα. Οι ψηφοφόροι θα πρέπει να αποφασίσουν αν θέλουν προγράμματα που θα απορρυθμίσουν και θα απελευθερώσουν την γαλλική οικονομία, ή θέλουν επιπλέον προστατευτισμό.

Οι προεδρικές εκλογές, που θα διενεργηθούν σε δυο γύρους και είναι προγραμματισμένες για τον Απρίλιο και τον Μάιο, θα δείξουν ότι ένας σημαντικός αριθμός ψηφοφόρων στηρίζουν θέσεις κατά της παγκοσμιοποίησης και εθνικιστικές θέσεις, όπως και οι βουλευτικές εκλογές. Αυτό θα επηρεάσει τις κινήσεις της Γαλλίας, ακόμα και αν κερδίσουν οι μετριοπαθείς. Ως εκ τούτου, είναι πιθανό η επόμενη κυβέρνηση να τηρήσει σκεπτικιστική στάση σε ό,τι αφορά το ελεύθερο εμπόριο και να επικεντρωθεί σε θέματα ασφάλειας και άμυνας –και να στηρίξει τα σχέδια για ενίσχυση και των δυο σε επίπεδο ΕΕ. Ο/Η πρόεδρος μπορεί να αναμένεται ότι θα εισάγει μέτρα για τον περιορισμό της μετανάστευσης. Επίσης, θα πιέσεις τις Βρυξέλλες να επανασχεδιάσουν τη συμφωνία Σένγκεν και να βελτιώσουν τους ελέγχους στα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Παρίσι θα επικρίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, απαιτώντας ενδεχομένως και τον περιορισμό των ευθυνών της.

Αν κερδίσουν οι μετριοπαθείς, θα αιτηθούν επαναφορά ορισμένων εξουσιών σε εθνικό επίπεδο από την ευρωζώνη (κάτι που θα έρθει σε σύγκρουση με τις απαιτήσεις της Γερμανίας για μια πιο απολιτική διοίκηση της νομισματικής ένωσης). Η νέα κυβέρνηση πιθανότατα θα πιέσει επίσης για βελτίωση των σχέσεων με τη Ρωσία. Αν κερδίσει το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο, τότε η Γαλλική κυβέρνηση πιθανότατα θα εισάγει μέτρα για τον περιορισμό της ελεύθερης κίνησης αγαθών, ανθρώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων στη Γαλλία. Μπορεί να αναμένεται ότι θα ανακοινώσει και σχέδια για δημοψήφισμα αναφορικά με τη συμμετοχή της Γαλλίας στην ΕΕ.

Και εκεί έγκειται το πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση: το μπλοκ βρίσκεται υπό διάλυση εδώ και αρκετά χρόνια, όμως χωρίς τη Γαλλία –ένα ιδρυτικό μέλος η συμμαχία του οποίου με τη Γερμανία ήταν η βάση για τον σχηματισμό του- η διάλυσή του είναι πιθανότατα μη αναστρέψιμη. Στην επακόλουθη κρίση, η ένωση θα «σπάσει» σε μικρότερες περιφερειακές ομάδες. Τα ερωτήματα για το μέλλον της ευρωζώνης θα πυροδοτήσουν μαζική φυγή καταθέσεων από τις τράπεζες της Νότιας Ευρώπης και θα επισπεύσουν την κατάρρευση της νομισματικής ένωσης.

Εν όψει των δικών της εκλογών των Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο, η Γερμανία θα προσπαθήσει να κρατήσει ενωμένη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως θα είναι δύσκολο να το κάνει αυτό το Βερολίνο. Τα μέλη του κυβερνώντος συνασπισμού, που αποτελείται από κόμματα της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς, θα προσπαθήσουν να διαχωρίσουν τη θέση τους το ένα από το άλλο πριν από τις εκλογές, διάστημα κατά το οποίο η κυβέρνηση στο Βερολίνο θα αποφύγει να λάβει οποιαδήποτε σημαντική απόφαση για τα ζητήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα συγκρουόμενα εθνικά συμφέροντα των μελών της ΕΕ θα κάνουν επίσης δύσκολη την επίτευξη συναίνεσης σε ό,τι αφορά τη μεταρρύθμιση της ΕΕ, αν και ένα από τα λίγα σημεία στα οποία η Γερμανία και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να βρουν κάποιο κοινό έδαφος, είναι η άμυνα και η ασφάλεια.

Δεν θα πρέπει να αναμένονται σημαντικές ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις σε οικονομικά ζητήματα. Η Γερμανία και οι βόρειοι γείτονές της θα διαφωνήσουν περισσότερο απ’ το συνηθισμένο με τον Νότο για τη διαχείριση της ευρωζώνης, δεδομένων των πολιτικών πιέσεων που δημιουργούν οι προεκλογικές περίοδοι.

Η κυβέρνηση στο Βερολίνο θα παραμείνει επιφυλακτική σε θέματα όπως η χορήγηση ελάφρυνσης χρέους προς την Ελλάδα ή να επιτρέψει σε χώρες της ευρωζώνης να μην πετύχουν τους ευρωπαϊκούς στόχους για τα ελλείμματα. Η Γερμανία είναι επίσης πιθανό να έρθει σε σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ιδιαίτερα αν συνεχίσουν να αποδυναμώνονται τα επιχειρήματα υπέρ της ποσοτικής χαλάρωσης . Η Γερμανία και οι βόρειοι γείτονές της θα ταχθούν υπέρ του τερματισμού του προγράμματος, αν και η ΕΚΤ, λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής αδυναμίας στην ευρωπεριφέρεια, ίσως αντισταθεί στην όποια προσπάθεια για τερματισμό του QE.

Η ασφάλεια και η μετανάστευση θα πρωταγωνιστήσουν στην γερμανική προεκλογική εκστρατεία. Η δεξιά αντιπολίτευση, αλλά και ορισμένα μέλη του συνασπισμού της Καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ, θα πιέσουν για αυστηρότερη μεταναστευτική νομοθεσία και για χορήγηση περισσότερων πόρων στις δυνάμεις ασφαλείας. Οι εκλογές θα δείξουν ότι οι Γερμανοί ψηφοφόροι είναι πρόθυμοι να στηρίξουν μικρότερα κόμματα από την αριστερά και από τη δεξιά. Αυτό πιθανότατα θα οδηγήσει σε μια πιο διαιρεμένη βουλή και σε δύσκολες διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό συνασπισμού. Ενώ οι εθνικιστές μπορεί να εμφανίσουν τόσο καλές επιδόσεις ώστε να δουν ορισμένα μέλη τους στη Βουλή, ωστόσο θα αποκλειστούν από τις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού.

Αυτό που θα μπορούσε να αναγκάσει τη Γερμανία να πάρει πιο αποφασιστικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως, θα ήταν μια νίκη των ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων σε Γαλλία ή Ιταλία. Αν συμβεί αυτό, το Βερολίνο θα προσπαθούσε να διατηρήσει το μπλοκ και να καταλήξει σε συμφωνία με τις «αντάρτικες» κυβερνήσεις για να εισαγάγει εσωτερική μεταρρύθμιση. Όμως η κυβέρνηση στο Βερολίνο θα «αντισταθμίσει» επίσης τα στοιχήματά του με την κατάρτιση σχεδίων με τους περιφερειακούς συμμάχους της, στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ευρωζώνη όντως διαλυθούν.

Τα ερωτήματα για την Ιταλία

Όσο για την Ιταλία, η πολιτική αβεβαιότητα, ο εύθραυστος τραπεζικός κλάδος, η χαμηλή οικονομική ανάπτυξη και το υψηλό επίπεδο χρέους θα εγείρουν για μια ακόμα φορά ερωτήματα για το μέλλον της τρίτης μεγαλύτερης χώρας της ευρωζώνης, αλλά και για το σύνολο της νομισματικής ένωσης. Η υπηρεσιακή κυβέρνηση της Ιταλίας θα είναι αδύναμη, και είναι πιθανό να διενεργηθούν πρόωρες εκλογές. Ασχέτως του ποιος είναι επικεφαλής, η ιταλική κυβέρνηση θα πιέσει για ευελιξία στους δημοσιονομικούς στόχους της ΕΕ και θα απαιτήσει αλληλεγγύη από τους ευρωπαίους εταίρους για να αντιμετωπίσει τη μεταναστευτική κρίση. Η κυβέρνηση στη Ρώμη θα είναι επίσης έτοιμη να αναλάβει μονομερή δράση και να επικρίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να πετύχει τους στόχους της.

Αν διενεργηθούν πρόωρες εκλογές στην Ιταλία, ο φόβος νίκης των αντισυστημικών δυνάμεων θα έπληττε τις ιταλικές τράπεζες, θα αύξανε το κόστος δανεισμού και θα δημιουργούσε πίεση στο ευρώ. Μια νίκη των ευρωσκεπτικιστών θα έφερε την Ιταλία σε πορεία σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρώτη αντίδραση της Γερμανίας και των θεσμών της ΕΕ θα ήταν να διευκολύνουν τη νέα κυβέρνηση στη Ρώμη και να προσπαθήσουν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος για την συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη. Μακροπρόθεσμα, όμως, ένα τέτοιο δημοψήφισμα θα είναι δύσκολο να αποφευχθεί. Ως εκ τούτου, το 2017 η Ιταλία θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα ρίσκα για τη νομισματική ένωση.

Η Ολλανδία, μια από τις πλουσιότερες χώρες της ευρωζώνης και σημαντικός «παίκτης» στη Βόρεια Ευρώπη, θα διενεργήσει γενικές εκλογές τον Μάρτιο. Όπως και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης, οι ευρωσκεπτικιστικές και αντιμεταναστευτικές δυνάμεις της Ολλανδία θα έχουν προεξέχοντα ρόλο, δείχνοντας πως η δυσαρέσκεια με το κατεστημένο είναι ισχυρή. Ακόμα και στην πιθανή περίπτωση να χάσουν οι ευρωσκεπτικιστές την πρόσβαση στην εξουσία, η επιρροή τους θα αναγκάσει την ολλανδική κυβέρνηση να γίνει όλο και πιο επικριτική έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αντισταθεί στα σχέδια για εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και να ταχθεί με άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης στις επικρίσεις έναντι των γεγονότων στον Νότο. Αν τα γεγονότα στη Γαλλία και την Ιταλία φέρουν την κατάρρευση της ευρωζώνης, η Ολλανδία θα αντιδράσει συνεχίζοντας τη συνεργασία της με τη Γερμανία και άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης.

Αλλού στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, η κυβέρνηση μειοψηφίας της Ισπανίας θα αναγκαστεί να διαπραγματευτεί με την αντιπολίτευση για νομοθετικά θέματα, οδηγώντας σε μια περίπλοκη διαδικασία λήψης αποφάσεων και σε πιέσεις για αντιστροφή ορισμένων μεταρρυθμίσεων που εισήχθησαν στο αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης.

Η Καταλονία θα συνεχίσει να πιέζει για την ανεξαρτητοποίησή της, καθώς η κυβέρνησή της αμφισβητεί τη Μαδρίτη σε ορισμένες περιπτώσεις, την αγνοεί πλήρως σε άλλες, και διαπραγματεύεται μαζί της όταν είναι απαραίτητο. Ακόμα και αν πραγματοποιηθούν διαπραγματεύσεις για την άμβλυνση των εντάσεων Μαδρίτης-Καταλονίας, η κεντρική κυβέρνηση δεν θα δώσει έγκριση για ένα νόμιμο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία και η Καταλονία δεν θα εγκαταλείψει τα σχέδιά της για διενέργεια ενός τέτοιου δημοψηφίσματος. Οι εντάσεις θα παραμείνουν αυξημένες το 2017, όμως η Καταλονία δεν θα κηρύξει μονομερώς την ανεξαρτησία της φέτος.

Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση θα συνεχίσει να πιέζει τους πιστωτές της για επιπλέον μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, όμως λόγω των Γερμανικών εκλογών δεν θα υπάρξει μεγάλη πρόοδος στο θέμα. Με την ελάφρυνση χρέους να έχει βγει προσωρινά εκτός τραπεζιού, η Αθήνα να απαιτήσει χαμηλότερους στόχους για το δημοσιονομικό πλεόνασμα και θα απορρίψει επιπλέον περικοπές δαπανών. Οι σχέσεις μεταξύ της Αθήνας και των πιστωτών της θα είναι τεταμένες, όμως θα υπάρξει περιθώριο συμβιβασμού. Η παραίτηση της ελληνικής κυβέρνησης είναι δυνατή, αλλά απίθανη, δεδομένου ότι η ανάδυση αντιπολιτευτικών δυνάμεων στη χώρα καθιστά εξαιρετικά αβέβαιο το αποτέλεσμα πρόωρων εκλογών, και η κυβέρνηση δεν έχει καμία εγγύηση πως θα παραμείνει στην εξουσία.

Συνεννόηση για το Brexit

To 2017, η συζήτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα είναι αν θα πρέπει να συμβεί, αλλά πώςθα πρέπει να συμβεί το Brexit. Η Βρετανική κυβέρνηση θα είναι διχασμένη ως προς το πώς να προσεγγιστούν οι διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, και το Κοινοβούλιο θα απαιτήσει μεγαλύτερο λόγο στη διαδικασία. Το θέμα θα δημιουργήσει μια συνεχή απειλή πρόωρων εκλογών, όμως ακόμα και αν διενεργηθούν πρόωρες εκλογές, απλώς θα καθυστερήσουν το Brexit, δεν θα το αποτρέψουν. Ωστόσο, η κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο θα καταλήξουν τελικά σε συνεννόηση, και το Ηνωμένο Βασίλειο θα ανακοινώσει επισήμως τις προθέσεις του να φύγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όταν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις, το Ηνωμένο Βασίλειο θα πιέσει για συνολική εμπορική συμφωνία που θα περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες –μια συμφωνία που θα δίνει επίσης στη χώρα μεγαλύτερη αυτονομία στο θέμα της μετανάστευσης. Αυτό θα περιλαμβάνει είτε την υπογραφή συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με την Ευρωπαϊκή Ένωση ή συμφωνία για τη συμμετοχή της Βρετανίας στην τελωνειακή ένωση της Ευρώπης, μια περιοχή όπου τα κράτη-μέλη έχουν κοινούς εξωτερικούς δασμούς. Μια μεταβατική συμφωνία προκειμένου να εξασφαλίσει το Λονδίνο περισσότερο χρόνο για να διαπραγματευτεί έναν μόνιμο διακανονισμό, πιθανότατα θα αποτελεί μέρος των συζητήσεων.

Το Λονδίνο και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαπραγματευτούν επίσης τους όρους της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, περιλαμβανομένων των δεσμεύσεων για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και το status των Βρετανών πολιτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και των Ευρωπαίων πολιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεδομένου του μεγέθους των ζητημάτων αυτών, αλλά και των εκλογών σε Γαλλία και Γερμανία, αρκετές από τις πιο σημαντικές αποφάσεις θα καθυστερήσουν τουλάχιστον μέχρι το 2018.

Διχασμοί και εκμετάλλευση αυτών

Οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης θα κάνουν κινήσεις για να προστατευθούν από αυτό που θεωρούν πιθανή Ρωσική επιθετικότητα, αλλά και από την αβεβαιότητα αναφορικά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

«Επικεφαλής» θα είναι η Πολωνία, που θα προσπαθήσει να ενισχύσει πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές συνεργασίες με τους γείτονές της. Θα στηρίξει επίσης την κυβέρνηση της Ουκρανίας πολιτικά και οικονομικά, και θα πιέσει παρασκηνιακά τα μέλη της Δυτικής ΕΕ να τηρήσουν σκληρή στάση έναντι της Μόσχας, τασσόμενη υπέρ της συνέχισης των κυρώσεων, της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών, της στήριξης της Ουκρανίας κ.τ.λ –θέση που οι χώρες της Βαλτικής και η Σουηδία πιθανότατα θα στηρίξουν.

Αν και υπάρχει αβεβαιότητα στη Βαρσοβία για την κυβέρνηση Τραμπ, η κυβέρνηση της χώρας θα συνεχίσει να προσπαθεί να διατηρήσει καλές σχέσεις με τον Λευκό Οίκο, καθώς θα συνεχίσει να τάσσεται υπέρ μιας μόνιμης παρουσίας του ΝΑΤΟ στην περιοχή. Οι χώρες της περιοχής μπορεί μάλιστα να δεσμευτούν για μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες.

Βεβαίως, δεν θα αντιδράσουν όλες οι χώρες με τον ίδιο τρόπο σε αυτό το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η Ουγγαρία ή η Σλοβακία, για παράδειγμα, δεν έχουν την ίδια αίσθηση του επείγοντος όπως η Πολωνία σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, άρα η συμμετοχή τους σε προληπτικά μέτρα ίσως είναι πιο περιορισμένη.

Οι προσπάθειες της Μόσχας να εκμεταλλευτεί τους διαχωρισμούς εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πιέσει τις σχέσεις Γερμανίας-Ρωσίας. Η Γερμανία θα προσπαθήσει να διατηρήσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, όμως θα αντιμετωπίσει αντιστάσεις από ορισμένα μέλη της ΕΕ, που θα προτιμούσαν να αρθούν οι κυρώσεις για να βελτιωθούν οι σχέσεις τους με τη Μόσχα. Η Γερμανία θα υπερασπιστεί επίσης τη συνεργασία σε επίπεδο άμυνας και ασφάλειας, ως τρόπο για να αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα αναφορικά με το ΝΑΤΟ και τη Ρωσία. Η Γερμανική κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει πολιτικά και οικονομικά την Ουκρανία, όχι όμως και στρατιωτικά.

Στο μεταξύ, η Ρωσία θα εκμεταλλευτεί τους διαχωρισμούς εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στηρίζοντας τα ευρωσκεπτικιστικά πολιτικά κόμματα και αναζητώντας συνεργασίες με τις πιο φιλικές κυβερνήσεις του μπλοκ. Ορισμένες χώρες, περιλαμβανομένης της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας, θα ταχθούν υπέρ της βελτίωσης των σχέσεων με τη Ρωσία, δίνοντας στη Μόσχα καλύτερες πιθανότητες να «σπάσει» το μπλοκ των κυρώσεων στην ΕΕ. Μέχρι το τέλος του έτους είναι πιθανό να υπάρξει κάποια χαλάρωση των κυρώσεων από την ΕΕ.

Σταματώντας τις μεταναστευτικές ροές

Τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν μπορούν να κάνουν και πολλά για να αποτρέψουν τις μεταναστευτικές ροές το 2017. Στην μεταναστευτική οδό της Κεντρικής Μεσογείου, οι Βρυξέλλες θα προσπαθήσουν να σταματήσουν τους μετανάστες από το να φύγουν από την Αφρική, συνεργαζόμενες με τις αντίστοιχες χώρες προέλευσης και με τις βασικές χώρες transit. Όμως η δυσκολία να διακόψουν τις αφρικανικές μεταναστευτικές οδούς και η απουσία κάποιας βιώσιμης κυβέρνησης στη Λιβύη, θα περιορίσουν την ικανότητα της ΕΕ να σταματήσει τη ροή των ανθρώπων μέσω της Κεντρικής Μεσογείου.

Στην μεταναστευτική οδό της Ανατολικής Μεσογείου, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διατηρήσει ανοικτή τη γραμμή επικοινωνίας με την Τουρκία, παρά τις πολιτικές διαφορές της με την Άγκυρα. Οι Ευρωπαϊκές εκλογές και οι εσωτερικές διχογνωμίες, όμως, θα αποτρέψουν την ΕΕ από το να κάνει πίσω σε πολλές από τις απαιτήσεις της Τουρκίας, ιδιαίτερα αυτήν για την απελευθέρωση της βίζας για τους Τούρκους πολίτες. Ένα μικρό «παράθυρο» ευκαιρίας για το θέμα θα ανοίξει τους πρώτους μήνες του έτους, όμως αν δεν υπάρξει πρόοδος πριν ανοίξει ο ευρωπαϊκός εκλογικός κύκλος τον Μάρτιο στην Ολλανδία, το θέμα θα αναβληθεί για τον υπόλοιπο χρόνο. Η πρόοδος σε λιγότερο αμφιλεγόμενα θέματα όπως το εμπόριο και τα funds θα είναι κάπως ευκολότερο να επιτευχθεί.

Γνωρίζοντας πόσο αναξιόπιστοι είναι οι εξωτερικοί εταίροι, τα μέλη της ΕΕ θα προσπαθήσουν να προστατευθούν όσο τον δυνατόν περισσότερο. Θα συνεχίσουν να σκληραίνουν τους εθνικούς νόμους για τη μετανάστευση και να αυξάνουν τις απελάσεις, για να αποθαρρύνουν την έλευση μεταναστών. Η επιλογή της επαναφοράς συνοριακών ελέγχων εντός της ΕΕ επίσης θα βρεθεί στο τραπέζι, ως μια λύση για να διακόψουν τις μεταναστευτικές οδούς. Αυτό θα συνεχίσει να αποτελεί πηγή διένεξης μεταξύ των χωρών άφιξης (όπως η Ιταλία και η Ελλάδα) και των χωρών προορισμού (Βόρεια Ευρώπη), για την αποτυχία των Βρυξελλών να καταρτίσουν μια μεταναστευτική πολιτική με συνοχή.

Stratfor
Euro2day

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s