Απολογισμός της παγκοσμιοποίησης που φεύγει και ακτινογραφία της νέας διεθνούς οικονομικής τάξης που έρχεται…

Posted on Updated on

Η ομιλία της Δρ. Οικονομικών κυρίας Μαρίας Νεγρεπόντη – Δελιβάνη, στην ημερίδα Γεωπολιτικής, που έγινε στην Ξάνθη στις 18/3/2017 με τίτλο «Γεωπολιτικές αναταράξεις και κίνδυνοι στη σύγχρονη Ελλάδα και την Κύπρο»

Η παγκοσμιοποίηση, ενισχυμένη από έναν ακραίο νεοφιλελευθερισμό, αλλά και από την έλευση του μεταβιομηχανικού καπιταλιστικού σταδίου, κατόρθωσε να επιβληθεί στην υφήλιο, και μάλιστα με τη μορφή μονόδρομου. Πράγματι, στη δεκαετία του 80′ οι ισχυροί της Γης, με επικεφαλής τις ΗΠΑ[2] προβλέψανε ότι μια νέα διεθνής οικονομική τάξη, στην οποίαν έδωσαν το πρωτόγνωρο όνομα της παγκοσμιοποίησης, θα ήταν σε θέση να μεγιστοποιήσει τα κέρδη τους. Για την επίτευξη γενικότερης αποδοχής αυτού του νέου συστήματος οργανώθηκαν, με μεγάλη μεθοδικότητα, προπαγανδιστικές εκστρατείες μαζικής πειθούς των πληθυσμών. Η καθημερινή αυτή προπαγάνδα υπέρ της παγκοσμιοποίησης, με τη σύμπραξη των ΜΜΕ, εκτός από την υπόσχεση της έλευσης ενός οικονομικού παράδεισου για όλους, χάρη στη παγκοσμιοποίηση, εμφάνιζε επιπλέον το νέο αυτό σχήμα και ως νομοτελειακό. Οι αντιδράσεις, εναντίον της παγκοσμιοποίησης, εμφανίστηκαν, βέβαια, από την αρχή της υλοποίησής της. Ωστόσο, η προσπάθεια εξουδετέρωσης αυτών των αντιδράσεων ήταν καλά μεθοδευμένη, καθώς εκτός από την εντατικοποίηση της πειθούς επιστρατεύθηκαν και μεθοδεύσεις που χαρακτήριζαν τους οπαδούς αυτής της νέας «θρησκείας» ως «προοδευτικούς», «δυναμικούς», «εκσυγχρονιστές» και «μορφωμένους», ενώ αντιθέτως τους αντιρρησίες ως «συντηρητικούς», «αμόρφωτους», «περιθωριακούς» και «καθυστερημένους». Η ισοπέδωση των πολλών και μη ειδικών, σε αυτές τις προπαγανδιστικές εξαγγελίες μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί με βάση την ανθρώπινη φύση, που επιθυμεί γενικά να ανήκει στις τάξεις των «ελίτ», και όχι σε αυτές των «οπισθοδρομικών».

Οι δραματικές συνέπειες που ακολούθησαν την εγκαθίδρυση της παγκοσμιοποίησης και τη λειτουργία της επί 40 περίπου χρόνια, θα ήταν αισθητά περιορισμένες, αν αυτή δεν είχε πλαισιωθεί και από τα δύο συμπληρωματικά συστήματα, που ανάφερα αμέσως παραπάνω: αυτό του άκρατου φιλελευθερισμού, αλλά και αυτό της έλευσης του νέου σταδίου του καπιταλισμού, που τώρα διανύουμε. Ακριβώς, αυτός ο επικίνδυνος συνδυασμός, όπως αποδεικνύεται από τις εξελίξεις, εξασφάλισε το αδιευκρίνιστο και ασαφές περιεχόμενο της παγκοσμιοποίησης και ενθάρρυνε έτσι τον παραπλανητικό του χαρακτήρας. Από τα μέσα του 20ου αιώνα, ο παγκόσμιος πληθυσμός υφίσταται συνθήκες υψηλής ανασφάλειας, αδιανόητης εκμετάλλευσης των ασθενέστερων, ασύλληπτης έκτασης ανισότητες[3], αναίτιες πολεμικές συρράξεις σε διάφορα σημεία της υφηλίου και προσπάθειες εκτεταμένης παραποίησης της πραγματικότητας. Ο ρόλος, εξάλλου, των επί μέρους εθνικών κυβερνήσεων αδρανοποιήθηκε, χάρη στην εκχώρηση του μεγαλύτερου μέρους της εθνικής τους κυριαρχίας στο «αόρατο χέρι» που δήθεν ρυθμίζει τις αγορές. Ειδικότερα, στα πλαίσια της ΕΕ-Ευρωζώνης, η επιβολή κοινής μακροοικονομικής πολιτικής στα κράτη-μέλη δεν αφήνει περιθώρια εφαρμογής εθνικής οικονομικής πολιτικής, προσαρμοσμένης στις ιδιαίτερες ανάγκες τους.
Η παγκοσμιοποίηση του 20ου αιώνα είχε, αναμφισβήτητα, και θετικά επιτεύγματα, που περιορίστηκαν, όμως, σχεδόν ολοκληρωτικά, στα πλαίσια ορισμένων αναδυόμενων οικονομιών[4]. Αντιθέτως, ο απολογισμός της λειτουργίας της παγκοσμιοποίησης, στα πλαίσια των προηγμένων οικονομιών[5], αποδίδεται άριστα με τη διαπίστωση ότι ήταν σύστημα που είχε «ολιγάριθμους νικητές και αναρίθμητους ηττημένους».

Έτσι, η οργή των πολυάριθμων αυτών ηττημένων, που επί 45 περίπου χρόνια παρέμειναν στο περιθώριο των πλεονεκτημάτων της διεθνούς οικονομικής τάξης, γιγαντώθηκε εναντίον της παγκοσμιοποίησης. Αυτή η τελευταία εμφανίστηκε ως η κυρίως υπεύθυνη για την ανεξέλεγκτη πια ανισότητα κατανομής εισοδήματος και πλούτου, που στοιχειώνει την υφήλιο. Αυτή, ακριβώς, η οργή οδήγησε στο ΒΡΕΧΙΤ και αυτή, επίσης, εξασφάλισε την εκλογή του Donald Trump. Η επιλογή του Donald Trump, καθώς και αυτή αρκετών Ευρωπαίων πολιτικών, που και αυτοί βρίσκονται κοντά στην εξουσία, βασίζεται, ακριβώς, στις υποσχέσεις τους να εγκαταλείψουν την παγκοσμιοποίηση, χάριν του προστατευτισμού. Η προστασία των εθνικών συνόρων φαίνεται να προβάλλει ως το κοινό χαρακτηριστικό όλων των νεοσύστατων κομμάτων, που αποκαλούνται συλλήβδην[6], και με κάπως περιφρονητική χροιά, ως «λαϊκίστικα». Η έξαρση της τρομοκρατίας και η επέλαση προσφύγων από το Ισλάμ συνέβαλαν αποφασιστικά στην επιλογή αυτήν .

Η έλευση πολιτικών με προδιαγραφές διαφορετικές από τις αντίστοιχες των τελευταίων 45 ετών, ήταν αναμενόμενες με βάση τα αρνητικά αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, η εμφάνιση και, κυρίως, η ταχεία άνοδος αυτών των κομμάτων προκάλεσε έκπληξη, δυσφορία, αλλά και πανικό σε όλους όσοι είδαν σε αυτήν σοβαρό κίνδυνο για τα συμφέροντά τους. Εκτός, όμως, από τη διαπίστωση ότι περίπου κάθε 50-80 χρόνια γίνεται εναλλαγή ανάμεσα στα δύο αυτά συστήματα της διεθνούς οικονομικής τάξης, το τέλος της παγκοσμιοποίησης και η ταχεία εγκαθίδρυση του προστατευτισμού φαίνεται, τώρα, να είναι επί τάπητος, ακριβώς εξαιτίας της εκλογής του νέου προέδρου των ΗΠΑ. Η σαφής προτίμησή του για κλειστά σύνορα, που μετά τις εξαγγελίες πέρασε ταχύτατα και στην εφαρμογή[7], θα δώσει το σύνθημα, για παράλληλη πορεία και στον υπόλοιπο κόσμο. Υπέρ του τέλους αυτής της παγκοσμιοποίησης συνηγορούν και οι δημοσκοπήσεις, αρχικά στην Ευρώπη όπου η παγκοσμιοποίηση συνδυάστηκε και με σκληρή λιτότητα χωρίς ημερομηνία λήξης, και όπου διαπιστώνεται ανερχόμενο ποσοστό εναντίον της παγκοσμιοποίησης.

Οι παραδοσιακοί πολιτικοί, που ανήκουν, είτε στη δεξιά είτε στην αριστερά, κατηγορούν συλλήβδην τα νέα πολιτικά κόμματα για «λαϊκισμό». Και επεξηγούν τον όρο του «λαϊκισμού» με το γενικότερο επιχείρημα ότι «οι εκπρόσωποί τους υπόσχονται πολλά και θαυμαστά πράγματα στους ψηφοφόρους τους, τα οποία δεν μπορούν να υλοποιήσουν». Υπάρχει, όμως και η άλλη όψη του νομίσματος, που εύλογα υποστηρίζει ότι, ακριβώς, η δημιουργία των λαϊκίστικων κομμάτων είναι το αποτέλεσμα της αθέτησης όλων σχεδόν των υποσχέσεων, που έδωσαν οι παραδοσιακοί πολιτικοί, στο διάστημα των 45 περίπου ετών επικράτησης της παγκοσμιοποίησης.

Και τα δύο συστήματα που, εναλλακτικά, ρυθμίζουν τη διεθνή οικονομική τάξη, εμφανίζουν μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα. Τα μειονεκτήματα του καθένα από αυτά εμφανίζονται εντονότερα στην περίπτωση, που στη διάρκεια της εφαρμογής του επιδιώκεται με φανατισμό η μονομέρεια των χαρακτηριστικών του, αποκλείοντας έτσι κάθε προσπάθεια συνδυασμών με τα χαρακτηριστικά του άλλου. Και, οπωσδήποτε, προς το τέλος της κυριαρχίας του καθένα από τα δύο αυτά συστήματα, οι αρνητικές του συνέπειες προβάλλουν εντονότερες, σε σύγκριση με τα αρχικά του στάδια, στα οποία υπερισχύει ο ενθουσιασμός της αναμονής των πλεονεκτημάτων του.

Στο Μέρος Ι αυτού του άρθρου θα εξετάσω πρώτον τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές της οικονομικής πολιτικής, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, καθώς και τις συνέπειές τους, ενώ στο Μέρος ΙΙ τις πολιτικές που προλειαίνονται, στα πλαίσια της νέας διεθνούς οικονομικής τάξης, ή της αντιπαγκοσμιοποίησης, καθώς και τα αποτελέσματά του.

Μέρος Ι. Επιλογές οικονομικής πολιτικής και συνέπειες της παγκοσμιοποίησης



Α. Οι επιλογές

Πρόκειται για συνονθύλευμα πολιτικών, που απορρέουν από τις βασικές κατευθύνσεις της παγκοσμιοποίησης, αλλά και του φιλελευθερισμού, και που διανθίζονται από τις νέες τεχνολογίες της πληροφορικής. Οι πολιτικές αυτές περιστρέφονται γύρω από φανατικές ιδεολογίες, αν και ουδέποτε επαληθεύτηκαν. Πρόκειται, συνοπτικά, περί της δήθεν παντοδυναμίας των αγορών, που δεν χρειάζονται κρατική παρέμβαση, γιατί αυτορυθμίζονται, της πεποίθησης ότι η όποιας μορφής προστασία της εργασίας δημιουργεί ανεργία, της προβολής της σημασίας της ατομικότητας και του ανταγωνισμού, της εχθρότητας εναντίον του κράτους Πρόνοιας, που εκλαμβάνεται ως ανωμαλία του συστήματος, η οποία πρέπει να εκλείψει, της απαίτησης επίτευξης ισοζυγίων παντού[8], της αποδοχής σχεδόν, αποκλειστικά, της νομισματικής πολιτικής, με την απόρριψη της δημοσιονομικής, της φοβίας απέναντι στον πληθωρισμό, όχι όμως και απέναντι στον αντιπληθωρισμό κ.ά. Αυτός ο συνδυασμός πολιτικών δοξασιών, που με κάποιες αφαιρέσεις θα μπορούσε να υπαχθεί κάτω από την ετικέτα του laissez-faire, laissez-passer, εφαρμόστηκε αδιαλείπτως σε ολόκληρη την υφήλιο για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες, με σαφώς όμως μεγαλύτερη έμφαση στα πλαίσια της ΕΕ-Ευρωζώνης, σε σύγκριση με τις ΗΠΑ[9]. Να υπογραμμιστεί ότι για τους φανατικούς νεοφιλελεύθερους, η καρδιά της κοσμοθεωρίας τους δεν είναι τόσο η εξασφάλιση της ελευθερίας του διεθνούς εμπορίου, ή η ανάγκη πραγματοποίησης ισορροπιών σε όλα τα ισοζύγια, εσωτερικά και εξωτερικά, ή ακόμη και η πίστη τους στο αλάνθαστο των αόρατων χεριών της αγοράς. Ο πυρήνας, αντιθέτως, της φανατικής νεοφιλελεύθερης θεώρησης είναι το άσβεστο μίσος εναντίον του Κράτους, και ιδιαίτερα του κράτους-Πρόνοιας. Έτσι, ως πρωταρχικός στόχος των νεοφιλελεύθερων, που αποδέχονται χωρίς επαρκείς αποδείξεις και χωρίς εξαιρέσεις την απόλυτη ανωτερότητα και την εκ προοιμίου μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα του ιδιωτικού τομέα, ορίζεται η ελαχιστοποίηση του μεγέθους, η απενεργοποίηση και η ουδετεροποίηση του ρόλου του Κράτους, στην οικονομία. Αλλά, ουδέτερο Κράτος ουδέποτε υπήρξε ή και θα υπάρξει, δεδομένου ότι ανέκαθεν το Κράτος είχε ένα σημαντικό ρόλο στην οικονομία. Το πρόβλημα βρίσκεται, εντελώς αλλού, στο αν δηλαδή η παρεμβατική κρατική πολιτική συνδράμει αυτούς που χρειάζονται βοήθεια ή αντιθέτως η φαινομενική του απραξία στρέφεται, κάθετα, εναντίον τους. Πράγματι, η ουδετερότητα, δηλαδή η μη παρέμβαση του Κράτους, έχει αποδειχθεί ως το ισχυρότερο άλλοθι πολιτικής, προκειμένου να ευνοηθούν οι ισχυροί και να εξαθλιωθούν οι αδύναμοι.

Οι συνέπειες αυτού του συνονθυλεύματος προτιμήσεων μπορούν, χωρίς υπερβολή να χαρακτηριστούν ως, αυτόχρημα, τραγικές, και όχι μόνο κάτω από το πρίσμα της οικονομίας, αλλά και της κοινωνίας, και της ηθικής και των θεσμών. Δηλαδή, μια έντονη δυσλειτουργία του παγκόσμιου συστήματος, που θεοποιεί το κέρδος, αδιαφορώντας για τις μεθόδους με τις οποίες αυτό επιδιώκεται, ελαχιστοποιεί τους μισθούς διαχωρίζοντας το ύψος τους από την παραγωγικότητα της εργασίας, αντιμετωπίζει με εχθρότητα την κρατική παρέμβαση στην οικονομία, ενθαρρύνει τον άκρατο ατομισμό, αδιαφορεί για την κορύφωση της διαφθοράς, καταργεί εν ψυχρώ στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα, εξαθλιώνει και αποκλείει από τους καρπούς της προόδου ολοένα ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, αποδεκατίζει σταδιακά τη μεσαία τάξη, απασχολεί χωρίς δισταγμό παιδιά κάτω των 8 ετών και προκαλεί ολοένα συχνότερες και σφοδρότερες κρίσεις. Που, όμως, όλες αυτές οι κρίσεις έχουν ως αφετηρία τους την κατάργηση του συνόλου των ρυθμίσεων της αγοράς, και την ανοχή της ανεξέλεγκτης μεταφοράς κερδοσκοπικού κεφαλαίου, από τη μια άκρη της Γης στην άλλη. Ειδικότερα σε ότι αφορά την υπόθεση της αυτορρύθμισης των αγορών, που αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αρχές του φιλελευθερισμού, είναι αυτή που προκάλεσε και τη δεύτερη μεγάλη κρίση του 2007[10]. Μετά και τη δεύτερη αυτή καταστροφή, που αποδίδεται στο χάος της δήθεν «αυτορρύθμισης των αγορών», υπήρξε η έκφραση μετάνοιας του πιο επιφανούς, ίσως, φανατικού νεοφιλελεύθερου, του Alain Greenspan, πρ. προέδρου της FED. Πράγματι, τον Οκτώβριο του 2007 δήλωσε: «ολόκληρο το σύστημα διανόησης κατέρρευσε το περασμένο καλοκαίρι»[11].Θα ανέμενε κανείς, μετά και τη δήλωση αυτή μετανοίας, ότι οι κατευθύνσεις της μακροοικονομικής πολιτικής της υφηλίου θα άλλαζαν. Δεν έγινε, όμως, έτσι.

Οι πολιτικοί των τελευταίων δεκαετιών έκριναν ότι το πρωταρχικό πρόβλημα, στο οποίο έπρεπε να δώσουν λύση, ειδικά στην Ευρώπη[12]και στη ζώνη του ευρώ, ήταν το ανερχόμενο χρέος και τα ελλείμματα. Οι πολιτικές, που επέλεξαν ήταν όλες νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, και έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκονταν. Και τούτο, επειδή το πρόβλημα δεν ήταν τα ελλείμματα, αλλά η υποτονική ανάπτυξη και η υποαπασχόληση. Ακόμη, τα προβλεπόμενα μέτρα σταθεροποίησης απέβλεπαν στον περιορισμό του πληθωρισμού, ενώ για τον αντιπληθωρισμό, που στη συνέχεια αναδείχθηκε σε πρόβλημα πρωταρχικής σημασίας, δεν προβλέφθηκαν μέτρα. Η επιδίωξη, εξάλλου, για μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα, βασίστηκε στον περιορισμό του ύψους των μισθών, που συχνά παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα καθηλωμένοι, ή και υπέστησαν σημαντικές μειώσεις.

Η κρίση του 2007, από την οποία δεν έχει ακόμη συνέλθει εντελώς η παγκόσμια και η ευρωπαϊκή οικονομία, αποδόθηκε ακριβώς σε αυτές τις αναποτελεσματικές πολιτικές, και προς στιγμή φάνηκε ότι ο ακραίος φιλελευθερισμός και το ανεξέλεγκτο laissez faire, θα είχαν σημαντικά περιοριστεί. Να υπογραμμιστεί, επιπλέον, ότι αυτός ο επικίνδυνος συνδυασμός πολιτικής δεν ευθύνεται μόνο για τις οικονομικές κρίσεις, αλλά και για την επιδείνωση των κλιματολογικών συνθηκών του πλανήτη, καθώς και για την αποσύνθεση της παγκόσμιας κοινωνικής συνοχής, που έφερε το οργανωμένο έγκλημα, τη γενίκευση της διαφθοράς και την έξαρση της τρομοκρατίας. Ωστόσο, σε πείσμα της αναγνώρισης των σφαλμάτων της πολιτικής, που οδήγησαν στην κρίση, όχι μόνο δεν αποφασίστηκε η ανατροπή της, αλλά επιπλέον εξακολούθησε να εφαρμόζεται η ίδια οικονομική πολιτική, με τους ίδιους εκείνους επιτελείς που οδήγησαν το 2007 την οικονομία στη δεύτερη μεγάλη οικονομική κρίση.

Β. Τα αποτελέσματα

Οι συνέπειες του συνόλου των επί μέρους μέτρων, που αποτελούν τη διεθνή οικονομική τάξη, ήταν ιδιαιτέρως δυσμενείς από πολλές απόψεις, και έθεσαν την παγκόσμια, και κυρίως την ευρωπαϊκή οικονομία, σε τροχιά υψηλού κινδύνου. Η εξέλιξη, ακριβώς, αυτή είναι σε θέση να ερμηνεύσει τη γένεση και την ταχεία άνοδο των πολιτικών κομμάτων, που έγιναν γνωστά ως λαϊκίστικα, καθώς η πλειοψηφία των πολιτών της υφηλίου βίωσαν σοβαρή επιδείνωση του βιοτικού τους επιπέδου και, ταυτόχρονα, αντιμετώπισαν την αδιαφορία των ιθυνόντων, αλλά και την ψυχρή συνέχιση και εμβάθυνση εκείνων των μέτρων πολιτικής, που κατέστρεφε τις ζωές τους.

Α) Αποτελέσματα σε αριθμούς

α) Να αρχίσουμε με τη διαχρονική εξέλιξη του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων, των οποίων η μείωση αναγνωρίστηκε ως ο σπουδαιότερος στόχος, παγκόσμιος και κυρίως. ευρωπαϊκός. Η αποτυχία των νεοφιλελεύθερων μέτρων να τιθασεύσουν το χρέος, σε πείσμα της σκληρής λιτότητας που επέβαλαν, κυρίως, στην Ευρώπη, είναι παταγώδης, καθώς:
* το παγκόσμιο χρέος αυξήθηκε κατά 57 τρισεκατομμύρια δολάρια από το 2007 ως το 2015, και
* το δημόσιο χρέος της ζώνης του ευρώ που το 2007 ήταν 68% του ΑΕΠ, το 2016 ανέρχεται, αντίστοιχα στο 92,4%
* τα ελλείμματα των ασθενέστερων ευρωπαϊκών οικονομιών, στις οποίες επιβλήθηκαν προγράμματα σταθεροποίησης, εκτός από την Ιρλανδία, που όπως είναι γνωστό ήταν πριν από την κρίση του 2007 η «βιτρίνα του φιλελευθερισμού», (και που τώρα καταγράφει και πάλι αύξηση του ΑΕΠ και των εξαγωγών της, καθώς και πτώση της ανεργίας της), η Ισπανία και Πορτογαλία, το 2015 απειλήθηκαν με ποινές από τους επικεφαλής της ΕΕ, λόγω των υψηλών ελλειμμάτων (5.1% και 4.4% αντίστοιχα), ενώ το έλλειμμα της Ελλάδας παρά τα απάνθρωπα προγράμματα που εφαρμόζει, ήταν 7.1%[13].

β) Το ποσοστό φτώχειας στη ζώνη του ευρώ αυξήθηκε κατά 0,9% μεταξύ του 2009-2014, αλλά στην Ελλάδα κατά 2.4%, στην Ισπανία κατά 1.8% και στην Πορτογαλία κατά 1.4% αντίστοιχα. Για την υφήλιο, αντιθέτως, εκτιμάται[14] μείωση του αριθμού των φτωχών, μεταξύ του 1993 και του 2013, κατά 1 δισεκατομμύριο, που οφείλεται, σχεδόν ολοκληρωτικά[15], στην είσοδο της Κίνας και της Ινδίας στην παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, 767 εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να παραμένουν στη φτώχεια[16]. Θα πρέπει, ακόμη, να παρατηρηθεί ότι η παγκοσμιοποίηση που έβγαλε από τη φτώχεια 320 εκατομμύρια στην Κίνα και 218 εκατομμύρια στην Ινδία, εξαγοράστηκε με σοβαρή επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, κυρίως των ανειδίκευτων, στις προηγμένες οικονομίες, με έκρηξη των ανισοτήτων τους, με αποδεκατισμό της μεσαίας τάξης, με χρόνια ύφεση, αλλά και με πρωτοφανή καταπάτηση των θεσμών και των βασικών αξιών ζωής[17].

γ) Η ακαθάριστη επένδυση παγίου κεφαλαίου σε σταθερές τιμές, στη ζώνη του ευρώ, με βάση 100 το 2007 είναι μόνο 88,1 το 2015[18].

δ) Η ανεργία στη ζώνη του ευρώ (των 15) αυξήθηκε κατά 4.4%, στην περίοδο 2008-2013, αλλά στη περίπτωση της Ελλάδας κατά 19,7%, και σε αυτήν της Ισπανίας και Πορτογαλίας κατά 14,8% και κατά 7,6% αντίστοιχα[19].

ε) Η φρενήρης επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας, διεθνώς, που στο καθεστώς της παγκοσμιοποίησης κρίνεται πρωταρχικής σημασίας και που το μέσο επιδίωξής της είναι η συρρίκνωση των μισθών, κατέληξε στην αδιανόητη, από πρώτη ματιά, και εξαιρετικά επικίνδυνη συνέπεια, οι 62 πλουσιότεροι άνθρωποι της υφηλίου να κατέχουν πλούτο που αντιστοιχεί στα 3,6 εκατομμύρια φτωχότερων κατοίκων της υφηλίου. Πολυάριθμες έρευνες καταλήγουν στη διαπίστωση ότι στις προηγμένες οικονομίες οι χαμηλόμισθοι δε χάνουν μόνο την εργασία τους, αλλά και σημαντικό μερίδιο στο ΑΕΠ, σε αντίθεση με τους πολύ πλουσίους, των οποίων το μερίδιο ανέρχεται. Το 1% των πλουσιότερων κατοίκων των προηγμένων οικονομιών αυξήθηκε 20% στο διάστημα των δύο τελευταίων δεκαετιών, ενώ η αμοιβή των χαμηλόμισθων μειώθηκε[20]. Αλλά, και στα πλαίσια της μισθωτής εργασίας οι διαφορές αμοιβής, ανάμεσα στα «μεγάλα αφεντικά» και στους υπαλλήλους, αντί να περιορίζονται[21], κορυφώνονται. Ειδικότερα στις ΗΠΑ, τα αφεντικά που βρίσκονται στην κορυφή των 350 μεγαλύτερων εταιριών λαμβάνουν αμοιβή και μπόνους που το 2009 ανέρχονταν σε 16,3 εκατομμύρια δολάρια, και το 2014 καταγράφουν αύξηση κατά 54.3%. Εξάλλου, στην Εισαγωγή του βιβλίου του o Thomas Picketty[22] διαπιστώνει, ότι οι ανισότητες στην κατανομή, που προέρχονται κυρίως από την ακίνητη ιδιοκτησία, εμφανίζουν άνοιγμα από 1 ως 315, ανάμεσα στο 10% πλουσιότερο και στο 10% φτωχότερο του πληθυσμού.

Η ευρωπαϊκή οικονομία, αλλά και οι ΗΠΑ[23] βυθίζονται σε χρόνια ύφεση, η οποία κατά περιόδους εντείνεται με συμπτώματα αντιπληθωρισμού και πτώση τιμών σε βασικά προϊόντα. Η ανεργία παραμένει υψηλή και σε αρκετές οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου πολύ υψηλή, ενώ η ροπή για επένδυση είναι ασθενική και συνεπώς ανεπαρκής για να αναζωογονήσει την οικονομία[24]. Οι ετήσιες προβλέψεις για το ρυθμό της ανάπτυξης αναθεωρούνται, συνεχώς, καθώς οι πραγματικές τιμές είναι κατώτερες των προβλέψεων. Η δεύτερη μεγάλη οικονομική κρίση του 2007 έδωσε τη χαριστική βολή στην παγκοσμιοποίηση και στους συνοδούς της, καθώς μόλις το 2015, το εισόδημα των 19 οικονομιών της Ευρωζώνης έφθασε το αντίστοιχο επίπεδο των πρώτων μηνών του 2008.

Β) Αποτελέσματα στη δημοκρατία, στο κράτος-έθνος και στο κράτος-Πρόνοια

Η εγκαθίδρυση της παγκοσμιοποίησης συνέπεσε, όπως ήδη υποστήριξα στην Eισαγωγή, με ένα μεταγενέστερο του βιομηχανικού, καπιταλιστικό στάδιο. Ήδη η μέχρι τώρα πορεία του αποκαλύπτει ότι το νέο αυτό στάδιο, εκτός των εγκάρσιων τεχνολογικών μεταβολών που είναι εμφανείς, συγκάλυπτε πιθανότατα από την αρχή, και κάποιες ακραίας επικινδυνότητας, για την ανθρωπότητα, επιδιώξεις. Αυτές, θα δικαιολογούσαν επίθετα, όπως «ληστρικός καπιταλισμός» ή και «κανιβαλικός καπιταλισμός», το περιεχόμενο των οποίων φαίνεται ότι προωθείται από συμφέροντα μιας ολιγάριθμης ομάδας ισχυρών προσώπων, των ολιγαρχών. Πρόκειται για εξαιρετικά επιτυχή άτομα στο οικονομικό πεδίο, και όχι μόνο, με ακραίες ωστόσο τάσεις απληστίας, σκληρότητας, κυριαρχίας, υπεροχής και καθυπόταξης των ευρέων λαϊκών μαζών, που κατ’ αυτούς αποτελούν βαρίδια στην εξέλιξη της ανθρωπότητας. Κατέχονται από σύνδρομα παντοδυναμίας, τυφλής πίστης στην ορθότητα των επιλογών τους, επιμονής, συνέχειας και συνέπειας στους στόχους τους. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, η παγκοσμιοποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός, στην πιο προωθημένη τους μορφή, φαίνεται να είναι απλώς τα μέσα που θα διευκόλυναν την εγκαθίδρυση της ΕΕ-ευρωζώνης και προφανώς στη συνέχεια και την επιβολή παγκόσμιας διακυβέρνησης. Αλλά, αν πράγματι, η πρωτοβουλία της ΕΕ-Ευρωζώνης ανάγεται σε απόφαση και προδιαγραφές των Ναζί[25], όπως προκύπτει από αρκετές ενδείξεις, θα μπορούσε να εξηγήσει το πώς και το γιατί κακοφόρμισε, το γιατί περιφρονεί συστηματικά τις επιθυμίες των κρατών-μελών, αλλά και το γιατί το δημόσιο χρέος υπήρξε η αφορμή για την απίσχνανση του κράτους Πρόνοιας, για τον περιορισμό της κυριαρχίας των εθνικών κυβερνήσεων, για την καταστροφή των παραδοσιακών θεσμών στην Ευρώπη, για τη ζουγκλοποίηση της αγοράς εργασίας και για την εξαθλίωση των πληθυσμών της γηραιάς ηπείρου. Οι θλιβερές αυτές εξελίξεις, που επαναφέρουν την Ευρώπη σε κοινωνικές συνθήκες, που επικρατούσαν πριν από πολλές δεκαετίες, κρίθηκαν ωστόσο απαραίτητες, προκειμένου τα κράτη-μέλη της ΕΕ-Ευρωζώνης να δεχθούν χωρίς αντίδραση την απόλυτη κυριαρχία της Γερμανίας. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε οι αρνητικές αυτές συνέπειες μπορούν να ερμηνευθούν ως βήματα προς την προετοιμασία έλευσης της παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Ο σκληρός πυρήνας της παγκόσμιας αυτής διακυβέρνησης φαίνεται ότι συγκροτείται από τις μεγάλες τράπεζες και τις πολυεθνικές, και αποβλέπει στον πλουτισμό μιας ολιγαρχίας, μέσω της προγραμματισμένης φτωχοποίησης των υπολοίπων κατοίκων της υφηλίου. Πράγματι, μετά το ξέσπασμα της κρίσης του 2007, η απόδοση πρωταρχικής σημασίας στην αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, οδήγησε στην καταλήστευση των Ευρωπαίων πολιτών, από τις τράπεζες, προκειμένου έτσι να διασωθούν. Η διάσωση, όμως, των τραπεζών ουδέποτε φαίνεται να ολοκληρώνεται. Αντιθέτως, πρόκειται για Λερναία Ύδρα που απαιτεί συνεχώς περισσότερα χρήματα.

Σημαντική προϋπόθεση για τη μετάβαση στην παγκόσμια διακυβέρνηση είναι η σταδιακή εξάλειψη των διαφοροποιήσεων, που υπάρχουν μεταξύ των εθνικά κυρίαρχων κρατών, καθώς και η επίτευξη, στο μέτρο του δυνατού, της ισοπέδωσης των διαφορών ατόμων, θρησκειών, γλωσσών, ιστορίας και πολιτισμών. Και τούτο, γιατί μόνον έτσι θα είναι εφικτός ο έλεγχος των πληθυσμών, αλλά και η εξασθένιση των αντιδράσεών τους. Και τούτο, γιατί θα μεταβληθούν σε πληθυσμό χωρίς ταυτότητα, και γι’ αυτό εύκολα χειραγωγήσιμο. Αυτή η μορφή «εθνοκτονίας» υπόσχεται να εξασφαλίσει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της λήθης της εθνικής ταυτότητας, σε διάστημα δύο, το πολύ τριών γενεών.

Η δημιουργία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα πολύ σημαντικό βήμα προς την προσπάθεια εγκαθίδρυσης παγκόσμιας διακυβέρνησης, καθώς εξαιτίας του οι οικονομίες της Ευρωζώνης έχασαν πολύ σημαντικό τμήμα της εθνικής τους κυριαρχίας, και το χειρότερο, στο οικονομικό πεδίο κατέστησαν έρμαια των αξιωματούχων της ΕΕ, ουσιαστικά δηλαδή της Γερμανίας. Οι έκτοτε εξελίξεις επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι, με καίρια και καλά μελετημένα βήματα, η ΕΕ-ευρωζώνη συμβαδίζει προς την υλοποίηση μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης, με προπομπό την ευρωπαϊκή, και θα μπορούσε ακόμη να υποστηριχθεί ότι αποτελεί την εισαγωγή στην παγκόσμια διακυβέρνηση, προετοιμάζοντας το έδαφος, για το σύνολο των οικονομιών της υφηλίου.

Εκτός από την εθνική κυριαρχία των επί μέρους κρατών, στα πλαίσια της πορείας προς παγκόσμια διακυβέρνηση, υποχωρεί επικίνδυνα και η δημοκρατία. Στη θέση της ένα φασιστικό καθεστώς, κινδυνεύει να επιβάλλει χωρίς αντίλογο τις θέσεις του, αφού θα έχει, μερικώς, αδρανοποιήσει την Χάρτα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και θα έχει επίσης προσαρτήσει τη Δικαιοσύνη στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ολιγαρχών. Κάθε μορφή ελευθερίας κινδυνεύει, έτσι, να εξαλειφθεί. Στη θέση των σύγχρονων εκλεγμένων κυβερνήσεων θα νομιμοποιηθεί, ουσιαστικά, το απρόσωπο ον της Χρηματοοικονομικής εξουσίας, που θα επιλέγει εκείνο το είδος της ανάπτυξης, το οποίο θα εξασφαλίζει την απρόσκοπτη και ανεξέλεγκτη αύξηση του πλούτου των ολιγαρχών. Εξυπακούεται ότι η κατανομή του εισοδήματος θα εξελιχθεί προς ακόμη πιο κραυγαλέες ανισότητες των σημερινών.

Το νέο αυτό σύστημα της παγκόσμιας διακυβέρνησης αποχαιρετά τον δημοκρατικό καπιταλισμό, που επικράτησε σε ολόκληρη σχεδόν την υφήλιο, μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και, στο μεταξύ, με γοργά βήματα προωθούνται δομές του νέου διεθνούς συστήματος, που βασίζονται στις αρχές ενός ιδιότυπου ολιγαρχικού ολοκληρωτισμού. Το κράτος, παρότι υποστηρίζει ότι αποστασιοποιείται από παρεμβάσεις στην οικονομία, επιβάλλει ωστόσο μέτρα, που στοχεύουν στη σταδιακή εξαθλίωση και στην οικονομική εξόντωση ολοένα ευρύτερων ομάδων του πληθυσμού. Με το πρόσχημα του δημόσιου χρέους ελαχιστοποιούνται μισθοί και συντάξεις, σε επίπεδα που, απλώς, εξασφαλίζουν τη στοιχειώδη επιβίωση. Κάτω από το πρίσμα αυτών των επικίνδυνων εξελίξεων δεν θα πρέπει να εκπλήσσει η σταδιακή απομάκρυνση των πολιτών από τα απομεινάρια του δημοκρατικού καπιταλισμού, που δεν τους ικανοποιεί πια, όπως αποδεικνύουν αποτελέσματα σχετικής έρευνας[26]. Με βάση αυτά, μόνο το 19% των νέων, ηλικίας 18-29 ετών αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως «καπιταλιστές», ενώ στις προηγμένες οικονομίες μόνο το 42% αυτών των ηλικιών δηλώνει ότι υποστηρίζει τον καπιταλισμό.

Εκτός από τη δημοκρατία, που εμφανώς υποχωρεί στις σύγχρονες προηγμένες οικονομίες, διαπιστώνεται ταυτόχρονα και η έκλειψη της παραδοσιακής λειτουργίας του κράτους, κυρίως, ως προς το περιεχόμενο του κράτους πρόνοιας, αλλά και αυτού των εθνικών συνόρων και της συνειδητοποίησης κάποιου βαθμού εθνικισμού. Ωστόσο, το κράτος υπάρχει πάντοτε, με διαφορετική μορφή και μάλιστα είναι πανίσχυρο, με έδρα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και με αποστολή του τη συγκέντρωση της παγκόσμιας εξουσίας και του παγκόσμιου πλούτου στη δικαιοδοσία ολιγάριθμων Κροίσων.

Η διαπίστωση του Dani Rodrik[27], ότι η παγκοσμιοποίηση απειλεί τη δημοκρατία και το κράτος-έθνος επαληθεύεται, όπως άλλωστε και η πολύπλευρη κριτική της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, σχετικά με τα σημαντικά αρνητικά αποτέλεσματά της [28]. Να σημειωθεί, πάντως, ότι και πριν από την εκλογή του Donald Trump, τα αποτελέσματα σχετικών δημοσκοπήσεων έδειχναν ότι σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης στην Ευρώπη ήταν υπέρ της αποπαγκοσμιοποίησης: 65% των Γάλλων, Ιταλών, Ισπανών και Γερμανών[29].

Μέρος ΙΙ. Tα χαρακτηριστικά της εκκολαπτόμενης νέας διεθνούς οικονομικής τάξης

Την πορεία προς την παγκόσμια διακυβέρνηση, με τα απωθητικά της χαρακτηριστικά για το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της υφηλίου, έρχεται να διακόψει η επέλαση των λεγόμενων «λαϊκίστικων κομμάτων», με επικεφαλής τους, τον ήδη στην εξουσία Donald Trump. Η εκλογή του σημαίνει ότι οι περισσότεροι Αμερικάνοι δεν ευνοούν την υλοποίηση μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης[30].

Για την πολιτική αυτών των νέων κομμάτων, που όλα δείχνουν ότι θα κατακτήσουν και την Ευρώπη, μετά τις ΗΠΑ, εκτός του ότι δεν είναι πανομοιότυπη για όλα, γνωρίζουμε επιπλέον μόνον εκείνα τα στοιχεία που οι επικεφαλής τους εξαγγέλλουν κατά καιρούς. Συνεπώς, το τι ακριβώς θα πράξουν, όταν πια θα βρίσκονται στην εξουσία[31], περιβάλλεται από μεγάλη, και επικίνδυνη αβεβαιότητα. Και τούτο, διότι αν και οι ετικέτες των βασικών προδιαγραφών τους δείχνουν να είναι κοινές, οι τρόποι εφαρμογής τους ενδέχεται να είναι πολύ διαφορετικοί, καθώς κάποια από τα νέα αυτά κόμματα έχουν αριστερό και άλλα δεξιό, ή και πολύ έντονα δεξιό προσανατολισμό. Ωστόσο, προς το παρόν, και για την προσπάθεια κάποιας μορφοποίησης της νέας διεθνούς οικονομικής τάξης που φθάνει ακάθεκτη, θα έλεγα ότι αρκούν τα δύο γνωστά στοιχεία, που έχουμε στη διάθεσή μας: πρώτον, τις εξαγγελίες του Donald Trump, που άρχισαν ήδη να υλοποιούνται στις ΗΠΑ, και δεύτερον το αναμφισβήτητο κοινό χαρακτηριστικό όλων των μέχρι σήμερα λαϊκίστικων κομμάτων, που είναι η σαφής τους προτίμηση υπέρ του κλεισίματος (ορθότερα του ελέγχου) των εθνικών συνόρων.

Είναι αλήθεια ότι η άνοδος, στην εξουσία, του Donald Trump είναι αποφασιστικής σημασίας για εμφανείς λόγους. Καταρχήν, πρόκειται για τον πλανητάρχη που, κατά κάποιο τρόπο, δίνει το πρόσταγμα στον υπόλοιπο κόσμο, σχετικά με την κατεύθυνση της οικονομικής πορείας της υφηλίου. Παρεκκλίσεις, από τις βασικές οικονομικές επιλογές των ΗΠΑ είναι πάντοτε ανεκτές, με την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλουν τη βασική κοσμοθεωρία επιλογής τους. Εξάλλου, το γεγονός ότι η πρώτη χώρα, στην οποία επικράτησαν οι αρχές μιας νέας διεθνούς οικονομικής τάξης, διαμετρικά αντίθετης της ισχύουσας, είναι οι ΗΠΑ, είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς εκτός απροόπτου, ενισχύει και ενθαρρύνει την άνοδο στην εξουσία και των, προς το παρόν, εκκολαπτόμενων ευρωπαϊκών λαϊκίστικων κομμάτων.

Και πριν από την άνοδο του Donald Trump στην εξουσία υπήρχαν, στην Ευρώπη κυρίως[32], πολλές αντιδράσεις εναντίον των νέων «λαϊκίστικων» κομμάτων, με κατηγορίες ότι είναι «φασιστικά», «φαιδρά», «επικίνδυνα» και ότι «δίνουν υποσχέσεις απραγματοποίητες». Οι κατηγορίες αυτές έγιναν καταιγιστικές, μετά την εκλογή του Donald Trump.

Παρότι οι κατηγορίες αυτές δικαιολογούνται, μερικώς τουλάχιστον, από την αβεβαιότητα που περιβάλλει τις λεπτομέρειες της νέας διεθνούς οικονομικής τάξης, ο κυρίαρχος ωστόσο λόγος που τις τροφοδοτεί είναι ο φόβος απώλειας ισχυρών επενδυμένων συμφερόντων. Είναι φυσικό, λοιπόν, και αναμενόμενο να αντιδρούν με νύχια και δόντια, στην επικείμενη αντιπαγκοσμιοποίηση, να καυτηριάζουν με όλους τους τρόπους τις δηλώσεις του Donald Trump, χαρακτηρίζοντάς τες ως απαράδεκτες[33], και να προσπαθούν να επιτύχουν την ανατροπή του, κάτι που φαίνεται δύσκολο, αν όχι αδύνατο. Οι οπαδοί, εξάλλου, της διεθνούς οικονομικής τάξης των 45 τελευταίων ετών, που τώρα βρίσκεται στο τέλος της, απευθύνουν σκληρό κατηγορητήριο, εναντίον των νέων αυτών κομμάτων, επειδή «δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους». Λησμονούν, ωστόσο,, ότι πρώτοι αυτοί δεν τήρησαν σχεδόν καμία από τις αρχικές τους υποσχέσεις, και έτσι ενθαρρύνθηκε η άνοδος αυτών των νέων κομμάτων, που έγιναν γνωστά ως «λαϊκίστικα».

Και τα δύο αντικρουόμενα συστήματα, η παγκοσμιοποίηση και η αποπαγκοσμιοποίηση επιβλήθηκαν από τις ΗΠΑ, σε περιόδους που κινδύνευε η παγκόσμια οικονομική τους κυριαρχία. Πριν από 45 περίπου χρόνια, οι κίνδυνοι απώλειας της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ προέρχονταν από την Ιαπωνία και την Ευρώπη, ενώ σήμερα αντίστοιχα από την Κίνα και το Ισίς.

Στα περιορισμένα πλαίσια αυτού του άρθρου, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις επιπτώσεις για την Ευρώπη και τον κόσμο, του νέου διεθνούς οικονομικού συστήματος. Οπωσδήποτε, οι προτιμήσεις του Donald Trump θα πρέπει να ιδωθούν κάτω από το πρίσμα : «Η Αμερική πρώτα από όλα», και «η Αμερική να ξαναγίνει παγκοσμίως κυρίαρχη». Ακόμη, οι προτιμήσεις αυτές θα πρέπει να ερμηνευθούν σε συνδυασμό με τις σχετικές δηλώσεις του νέου πλανητάρχη ότι «δεν ενδιαφέρεται για τα εσωτερικά άλλων κρατών, και δεν θα αναμιχθεί σε αυτά».

Α. Επιπτώσεις στην Ευρώπη

Ο νέος πλανητάρχης έχει στραφεί, από τις πρώτες ημέρες μετά την εκλογή του, εναντίον της ΕΕ και, ειδικότερα, εναντίον της Γερμανίας. Και ακόμη, έχει εκφράσει την άποψη ότι η ΕΕ θα είναι καλύτερα να διαλυθεί. Προς την ίδια αυτή κατεύθυνση είναι και τα συγχαρητήρια που απηύθυνε ο πλανητάρχης στη Μ. Βρετανία, επειδή τόλμησε το BREXIT, και όπως όλα δείχνουν έχει καθησυχάσει τη Βρετανίδα πρωθυπουργό για τις τυχόν δυσμενείς επιπτώσεις αυτού του εγχειρήματος, με την υπόσχεση της υποστήριξής του. Ακόμη, προς την ίδια αυτή κατεύθυνση είναι και η προτροπή του νέου πλανητάρχη προς την Ελλάδα, που επαναλαμβάνεται από το 2012, ότι πρέπει να εγκαταλείψει το ευρώ γι να σωθεί. Οι ερμηνείες αυτών των δηλώσεων είναι πολλές: όπως, ανάμεσα και σε άλλες, ότι ο Donald Trump, ως εθνικιστής, ενοχλείται από την ύπαρξη υπερεθνικών ενώσεων, όπως επειδή είναι εναντίον της παγκοσμιοποίησης είναι φυσικό να στρέφεται και εναντίον της πιο περιορισμένης έκφανσής της που είναι η ΕΕ, ή ακόμη ότι δεν αποκλείεται να τον ενοχλεί η υπερβολική ισχύς που απέκτησε η Γερμανία, μέσα στην ΕΕ, γιατί πιστεύει ότι σε κάποιο βαθμό ανταγωνίζεται τη δική του παγκόσμια κυριαρχία. Θα πρέπει, αναμφισβήτητα, να είναι σαφές, ότι η εχθρική αυτή στάση του Donald Trump απέναντι σε μια ΕΕ-Ευρωζώνη, που κλυδωνίζεται από σωρεία δυσχερειών, και που ανησυχητικές ενδείξεις της προετοίμαζαν, ήδη, και πριν από την εκλογή του νέου πλανητάρχη, την επικείμενη διάλυσή της, αποτελεί, από πολλές πλευρές, σοβαρό επιβαρυντικό στοιχείο. Η πρόβλεψη, συνεπώς, για την τύχη της ΕΕ και ιδίως της Ευρωζώνης είναι ceteris paribus δυσμενής, παρότι τα πολλά συμφέροντα που έχουν, εκεί, επενδυθεί θα παρατείνουν, πιθανότατα, τη δυσλειτουργία της. Για την Ευρώπη, ωστόσο, των εθνικών κρατών, και ιδίως για τον ευρωπαϊκό Νότο, που έχει οικτρά δοκιμαστεί από τη νοσηρότητα του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, υπάρχουν και θετικές προοπτικές, που περιέχονται στις παγκόσμιες, υπό την προϋπόθεση ότι ο νέος πλανητάρχης θα υλοποιήσει όσα εξάγγειλε.

Β. Επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία

Η κυρίαρχη μεταβολή, που προβλέπεται να έχει πολυάριθμες και σημαντικές, επί μέρους επιπτώσεις στο διεθνές οικονομικό πεδίο, είναι αναμφίβολα η αποπαγκοσμιοποίηση, με την εγκαθίδρυση κάποιου βαθμού προστατευτισμού. Είναι, εξάλλου, λογικά αναμενόμενες οι αντιδράσεις εναντίον του νέου αυτού παγκόσμιου συστήματος, που θα ρυθμίζει εφεξής τις συναλλαγές, και που προβλέπεται να είναι διαμετρικά διαφορετικό, από το αντίστοιχο των 45 περίπου τελευταίων ετών. Ωστόσο, οι κραυγές αγωνίας των ολιγάριθμων νικητών της παγκοσμιοποίησης ουδόλως σημαίνουν ότι το νέο σύστημα, που προαναγγέλλεται θα φέρει την καταστροφή. Αντιθέτως, θα πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη ότι καθένα από τα δύο αυτά κεντρικά συστήματα διαθέτουν και θετικά και αρνητικά στοιχεία, ότι οι κοινωνικές ομάδες που ευνοούνται ή περιέρχονται σε δυσμενή θέση εξαιτίας της εφαρμογής τους, είναι διαφορετικές στα πλαίσια του καθένα από αυτά, και ακόμη ότι οι δυσμενείς συνέπειες εντείνονται προς το τέλος του χρόνου εφαρμογής τους και, ακριβώς, αυτές κάνουν αναγκαία την αλλαγή. Από την πλευρά αυτή είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε πια ανοχή στα πολυσύνθετα και πολύπλευρα καταστρεπτικά αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης, που ενισχυόταν και από έναν ακραίο νεοφιλελευθερισμό. Το σύστημα είχε σαφέστατα αγγίξει τα όριά του. Να σημειώσω, ακόμη, ότι όσο πιο μονομερής είναι η εφαρμογή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του κάθε συστήματος, δηλαδή όσο πιο ασθενής είναι η συμμετοχή του εναλλακτικού συστήματος στο εκάστοτε ισχύον, τόσο τα αρνητικά αποτελέσματα είναι εντονότερα, και τόσο πιο επιτακτική εμφανίζεται, μετά την πάροδο κάποιου χρόνου, η υποκατάστασή του από το δεύτερο αυτό εναλλακτικό σχήμα.

Θα προσπαθήσω να εξετάσω, εδώ, το τι μπορούμε λογικά να αναμένουμε από τη νέα διεθνή οικονομική τάξη του Donald Trump, εμμένοντας κυρίως στα θετικά αποτελέσματα, χωρίς φυσικά να αποκλείονται και τα αρνητικά ή και τα πολύ αρνητικά, τα οποία ωστόσο αναδεικνύονται μετά από την πάροδο κάποιου χρόνου. Πρόκειται για την:

α) Αναζωογόνηση της παγκόσμιας οικονομίας (και μέσα σε αυτήν και της ευρωπαϊκής, αν και όταν αυτή επανέλθει στο καθεστώς των κρατών-εθνών)
Η παγκόσμια και κυρίως η ευρωπαϊκή οικονομία, ουσιαστικά, δε συνήλθε ακόμη από τη μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση του 2017, σε σημείο που να αναβιώνουν θεωρίες περί μακροχρόνιας ύφεσης[34]. Οι φοβίες γύρω από το χρέος, τα ελλείμματα και τον πληθωρισμό, η συλλήβδην καταδίκη του δημόσιου τομέα, η απεμπόληση της δημοσιονομικής πολιτικής με έμφαση μόνο στη νομισματική πολιτική, η πίστη σε ανυπόστατες δοξασίες, όπως ανάμεσα και σε άλλες ότι η λιτότητα χωρίς όρια και χωρίς ημερομηνία λήξης καθώς και η εσωτερική υποτίμηση είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν, αποτελεσματικά και σε μακροχρόνια βάση, χρέος και ελλείμματα, απενεργοποίησαν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής οικονομίας.

Οι δηλώσεις του Donald Trump, σχετικά με την πρόθεσή του να προβεί σε δημόσια έργα υποδομής, ύψους 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων, τα οποία θα δανειστεί, αδιαφορώντας για την αύξηση του δημόσιου χρέους, και αδιαφορώντας ακόμη και για κάποιο βαθμό πληθωρισμού, υπόσχονται αναθέρμανση όχι μόνο της αμερικανικής οικονομίας, αλλά και της παγκόσμιας, αλλά και της ευρωπαϊκής. Και όχι μόνο, γιατί εξυπακούεται ότι αυτές οι επιλογές του νέου πλανητάρχη θα συμπαρασύρουν και τη γηραιά ήπειρο, η οποία θα είναι δύσκολο να εμείνει στο ασφυκτικά περιορισμένο περιβάλλον της λιτότητας. Η ανάκαμψη της οικονομίας, και η πραγματοποίηση υψηλών αναπτυξιακών ρυθμών θα περιορίσει την ανεργία και θα ενθαρρύνει τη διενέργεια επενδύσεων.
β) Περιορισμός της ανεξέλεγκτης ελευθερίας των συναλλαγών

H παγκοσμιοποίηση, όπως όλα δείχνουν, θα περιοριστεί, σε κάποιο βαθμό, αφού ο νέος πλανητάρχης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έκανε περισσότερο κακό παρά καλό στις ΗΠΑ. Στο πρώτο Μέρος αυτού του άρθρου έγινε αναφορά στα δυσμενή αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης, όπως αυτή εφαρμόστηκε στα περίπου 45 τελευταία αυτά χρόνια. Συνεπώς, δεν εγκαταλείπει η υφήλιος και η Ευρώπη ένα σύστημα που εξασφάλισε ευημερία για όλους. Γι’ αυτό, είναι ενδιαφέρον να εξετάσουμε τι μπορούμε να ελπίζουμε με τη νέα διεθνή οικονομική τάξη, που αναμένεται. Πρόκειται, φυσικά, για τον προστατευτισμό, που τα πιο απλά μέτρα επίτευξης των στόχων του είναι η επιβολή δασμών στα εισαγόμενα αγαθά, προκειμένου να περιοριστεί η κατανάλωσή τους και να ενθαρρυνθεί, έτσι, η εθνική παραγωγή και απασχόληση. Σπεύδω να παρατηρήσω, ότι τα αποτελέσματα του προστατευτισμού δεν είναι γνωστά εκ των προτέρων καθώς εξαρτώνται από το βαθμό εφαρμογής τους, και κυρίως από τον τρόπο χρησιμοποίησης των εισπράξεων από τους δασμούς. Αν αυτές χρησιμοποιηθούν από την κυβέρνηση της χώρας που επιβάλλει τους δασμούς, για να αυξήσει την εσωτερική κατανάλωση και επένδυση, η παραγωγή της, η απασχόλησή της και ο ρυθμός ανάπτυξής της θα αυξηθούν. Ωστόσο, η αύξηση της τιμής των αγαθών, στα οποία θα επιβληθούν δασμοί εισαγωγής κινδυνεύουν να επιβαρύνουν τους καταναλωτές, που θα υποχρεωθούν να τα πληρώσουν ακριβότερα από πριν. Οι δυνατές περιπτώσεις είναι πολυάριθμες, έτσι που να μην είναι εύκολη η εξαγωγή ενός απόλυτου συμπεράσματος[35]. Οπωσδήποτε, η απόφαση επιβολής προστατευτικών μέτρων έχει κάποιο νόημα τώρα, γιατί ελπίζεται ότι θα περιορίσει τα δεινά που προκάλεσε το μέχρι τώρα ισχύον καθεστώς των διεθνών συναλλαγών. Και να παρατηρήσω ότι η απελευθέρωση των συναλλαγών, η παγκοσμιοποίηση, κάθε άλλο παρά αθώα ήταν όπως εφαρμόστηκε, δεδομένου ότι η Κίνα, αλλά και η Γερμανία διατήρησαν την εξωτερική αξία των νομισμάτων τους χαμηλή, συσσωρεύοντας έτσι εμπορικά πλεονάσματα σε βάρος των χωρών που συναλλάσσονταν με αυτές.

γ) Το προσφυγικό

Πρόκειται για εξαιρετικά ευαίσθητο, όσο και βαθιά ανθρώπινο πρόβλημα, έτσι που κρίνω δύσκολη τη διατύπωση απόλυτου συμπεράσματος. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν η μη επίλυση του τεράστιου αυτού προβλήματος, που προκλήθηκε κυρίως από σειρά αναίτιων πολέμων και από κακούς χειρισμούς, να βαρύνει σε τόσο απαγορευτικά υψηλό ποσοστό τη χώρα μας, που ουδόλως ευθύνεται, ενόσω η υπόλοιπη Ευρώπη υπεκφεύγει. Η τυχόν αποτελεσματική αντιμετώπισή αυτού του προβλήματος, όπως και αυτό της πάταξης του ισλαμικού κράτους από το νέο πλανητάρχη, θα είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για την Ελλάδα.

δ) Η τρομοκρατία

Ο νέος πλανητάρχης υποσχέθηκε, ακόμη, να πατάξει αποτελεσματικά την τρομοκρατία, που αποκτά καθημερινά εφιαλτικές διαστάσεις, σπέρνει το τρόμο σε ολόκληρη την υφήλιο, εφευρίσκει συνεχώς νέες μεθόδους για να δολοφονεί αθώα θύματα, και φέρνει παντού την απόγνωση. Τα κλειστά σύνορα είναι πιθανόν ότι θα επιτρέψουν κάποια δυνατότητα ελέγχου των υπόπτων για τρομοκρατία, χωρίς ωστόσο αυτό να είναι βέβαιο, εφόσον στις περισσότερες των περιπτώσεων τρομοκρατικής επίθεσης έχει αποδειχθεί ότι οι τρομοκράτες δεν έρχονται από έξω, αλλά βρίσκονται και κατοικούν μέσα στη χώρα, που υφίσταται την επίθεση. Θα πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι η λήψη υπερβολικών μέτρων, και ιδίως μέτρων που καλώς ή κακώς θεωρούνται προσβλητικά για το Ισλάμ, είναι πιθανόν να εξοργίζουν τους τρομοκράτες ή τους υπό εκκόλαψη τρομοκράτες.

ε) Τράπεζες και πολυεθνικές 

Ο Donald Trump τάχθηκε κατά των μεγάλων πολυεθνικών και των ανεξέλεγκτων τραπεζών και δήλωσε ότι θα λάβει μέτρα εναντίον τους και κυρίως ότι θα επαναφέρει τον νόμο Glass-Steagall, που διαχώριζε τις εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες και που η κατάργησή του ήταν πρόξενος μεγάλων ανωμαλιών, υπεύθυνων για το ξέσπασμα και τον πολλαπλασιασμό των κρίσεων. Και στο πεδίο αυτό τίποτε δεν μπορεί να είναι σίγουρο, καθώς τα πρώτα σχετικά μέτρα του νέου πλανητάρχη είναι αρκετά αμφιλεγόμενα. Να αναφέρω σχετικά και χάρη παραδείγματος την πρόθεσή του συγχώνευσης των δύο κολοσσών: Monsanto και Bayer, που βρίσκεται σαφέστατα προς την πλευρά ενίσχυσης της ανεξέλεγκτης και πολύ επικίνδυνης ισχύος των πολυεθνικών.

στ) Επάνοδος του κράτους-έθνους 

Ένα άλλο σημείο ενδιαφέρον των προγραμματικών εξαγγελιών του Donald Trump είναι και η δήλωσή του ότι δεν προτίθεται να αναμιγνύεται και να παρεμβαίνει σε υποθέσεις άλλων κρατών. Ελπίζεται, έτσι, ότι τα κράτη-έθνη θα επανακτήσουν τμήμα της εθνικής τους κυριαρχίας, που τους αφαιρέθηκε από την παγκοσμιοποίηση, ότι θα περιοριστούν οι αναίτιες πολεμικές συρράξεις, που αποτελούν την κύρια αιτία της αναζωπυρωμένης τρομοκρατίας, και ότι θα επιτραπεί επιτέλους, σε κάθε οικονομία, να αποφασίζει και να εφαρμόζει την οικονομική πολιτική, που εξυπηρετεί καλύτερα τις ιδιαιτερότητές της.

στ) Προσέγγιση των ΗΠΑ με τη Ρωσία του Poutin 

Η αποκατάσταση καλών σχέσεων με τη Ρωσία, που φαίνεται να είναι στις προθέσεις του πλανητάρχη, προβλέπεται να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός και ειρηνευτικός παράγοντας για τον πλανήτη.

Μέσα από τις δηλώσεις του νέου πλανητάρχη, υπάρχουν και κάποιες, που είναι αρνητικές ή και απειλητικές για τις εξελίξεις, στον πλανήτη, όπως, η αρνητική στάση του Trump, για τις παρεμβάσεις σχετικά με τη βελτίωση των κλιματολογικών συνθηκών, η εχθρότητα του απέναντι στο ΝΑΤΟ, η πιθανή αδιαφορία του για τις περιφερειακές συρράξεις, η πρόθεσή του για μείωση των φόρων, που θα αυξήσει τις ανισότητες κ.ά.

Συμπέρασμα

Το κυρίαρχο συμπέρασμα που συνάγεται από την ανάλυση του ανά χείρας άρθρου είναι ότι η μακροημέρευση οποιουδήποτε συστήματος αποκλείεται, όταν η λειτουργία του δημιουργεί μεγαλύτερο αριθμό ηττημένων, σε σύγκριση με τον αριθμό των νικητών. Δεδομένου, ωστόσο, ότι και τα δύο διαθέσιμα συστήματα, ρύθμισης των διεθνών συναλλαγών περιέχουν και μειονεκτήματα, αλλά και πλεονεκτήματα, αν αποκλεισθεί η δυνατότητα επιτυχούς μακροχρόνιου συνδυασμού τους, η εναλλαγή τους είναι νομοτελειακά αναπόφευκτη. Ακριβώς, χάρη σε αυτή την εναλλαγή, εξασφαλίζεται ταυτόχρονα εναλλαγή ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες που θίγονται ή ευνοούνται από τη λειτουργία του καθένα από τα δύο αυτά, διαμετρικά αντίθετα συστήματα.

Η έλευση, τώρα της αντιπαγκοσμιοποίησης/προστατευτισμού κρίνεται επιθυμητή και για κάποιον άλλο λόγο, εκτός από την εναλλαγή θιγόμενων και ευνοουμένων. Και αυτός ο λόγος αναφέρεται στο γεγονός ότι μπαίνει φρένο στη μέχρι τώρα με την παγκοσμιοποίηση απρόσκοπτη προσέγγιση της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Ασφαλώς, η παρεμπόδιση συνέχισης της πορείας της παγκόσμιας διακυβέρνησης, εκτός του ότι δεν θα είναι πιθανότατα οριστική, πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι αυτή εκλαμβάνεται ως πλεονέκτημα, μόνο για όσους αντιτίθενται στις προδιαγραφές της, ενώ αντιθέτως για πολυάριθμους άλλους αποτελεί μειονέκτημα.

Η έλευση στην εξουσία των πολιτικών κομμάτων, με την επονομασία «λαϊκίστικα», δεν προωθεί τη δημοκρατία, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, αλλά ενδυνάμωση του εθνικισμού, που είχε αισθητά υποχωρήσεις με την παγκοσμιοποίηση. Δυστυχώς, όμως, η δημοκρατία έχει υποστεί πολλαπλά χτυπήματα και από την παγκοσμιοποίηση, υπογραμμίζοντας, κύρια και πρωταρχικά την αδιανόητη κορύφωση που άγγιξαν, επί των ημερών της, οι ανισότητες σε όλες τους τις εκφάνσεις.

Ένα σημαντικό, αλλά προς το παρόν αναπάντητο ερώτημα είναι το αν το διεθνές οικονομικό καθεστώς θα περιορίσει τις πολεμικές συρράξεις στην υφήλιο. Θεωρητικά, η απάντηση θα είναι καταφατική, αν ο νέος πλανητάρχης εννοεί πράγματι τα όσα σχετικά εξαγγέλλει, δηλαδή ότι δεν προτίθεται να αναμιγνύεται στα εσωτερικά θέματα άλλων χωρών. Αμφιβολίες, ωστόσο, υπάρχουν εξαιτίας του γεγονότος ότι, από πολύ νωρίς, ο Donald Trump, δημιουργεί νέες εστίες εχθρότητας, ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα, το Μεξικό, το Ιράν, αλλά και την ΕΕ. Ίδωμεν, λοιπόν.

Τελικά, όσο και αν είναι συζητήσιμη η ποιότητα που θα εξασφαλίσει στις σύγχρονες οικονομίες και κοινωνίες η έλευση των λαϊκίστικων πολιτικών κομμάτων, η παρουσία τους ωστόσο είναι απολύτως δικαιολογημένη, στη βάση των πολυάριθμων καταστρεπτικών συνεπειών που συσσώρευσε η περίοδος της παγκοσμιοποίησης.

Παραπομπές
[1] M. Negreponti-Delivanis (2002),Mondialisation Conspiratrice, Introduction
[2] Στη δεκαετία του ’80 οι ΗΠΑ έντρομες διαπιστώνουν επιβράδυνση του ρυθμού προόδου, απώλεια παραγωγικότητας σε σύγκριση με τη Γερμανία και την Ιαπωνία, μείωση της ροπής για επένδυση και φαινόμενα αποβιομηχάνισης. Το αποφασιστικό, ωστόσο, στοιχείο στροφής των ΗΠΑ προς την απελευθέρωση των διεθνών συναλλαγών/παγκοσμιοποίηση, υπήρξε, αναμφισβήτητα η πτώση του περιθωρίου κέρδους των αμερικανικών επιχειρήσεων
[3] M. Negreponti-Delivanis (2016), «Towrds an overthrow of the international economic order? (Freedom of trade or protectionnism)»? Υπό δημοσίευση στον Τόμο πρακτικών του συνεδρίου, που έγινε στο Mostar της Κροατίας τον Οκτώβριο του 2016
[4] Κατεξοχήν της Κίνας και της Ινδίας
[5] Με εξαίρεση, ίσως, της Γερμανίας. «Ίσως», επειδή τελευταίως εκφράζονται αμφιβολίες για το αν τα εντυπωσιακά της επιτεύγματα μπορεί να διατηρηθούν και στο μέλλον
[6] Ανεξαρτήτως της αριστερής ή δεξιά τους κατεύθυνσης
[7] Κλείνοντας τα σύνορα με το Μεξικό
[8]Αλλά, που ωστόσο ανέχεται, επί δεκαετίες, τα τεραστίων διαστάσεων εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας
[9] Οι οποίες προσφεύγουν, κάθε φορά που το κρίνουν απαραίτητο, στη λήψη κεϋνσιανικών μέτρων, και είναι πιθανόν η εξήγηση τού γιατί η οικονομία τους πηγαίνει πολύ καλύτερα από αυτήν της Ευρώπης
[10] Όπως, άλλωστε, τηρουμένων των αναλογιών, και αυτή του 1929
[12] Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν πρόβλημα να διατηρούν υψηλό χρέος
[13] Alternatives Economiques, Hors Series No 110, janvier 2017
[14] Όχι, αναγκαστικά με επικαιροποιημένα δεδομένα τα οποία δεν είναι δυνατόν να εξασφαλιστούν χωρίς κάποια καθυστέρηση. Με βάση έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας της 2 Οκτωβρίου 2016
[15] The Economist, 8.10.2016
[16] Εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας
[17] Όπως θα αναφερθώ στη συνέχεια
[18] «Alternatives Economiques», Hors Series No 109, οctobre 2016
[19] Ibidem
[20] OECD-Έκθεση του 2012
[21] Όπως φάνηκε να είναι η προσπάθεια πριν 3-4 χρόνια
[22] Capital in the Twenty-First Century, 2013
[23] Η FED επί 7 χρόνια διατήρησε τα επιτόκια σε μηδενικό επίπεδο, δαπάνησε πάνω από 3 τρισεκατομμύρια σε προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης και επειδή τα μέτρα αυτά δεν κατόρθωσαν να αναζωογονήσουν την αμερικανική οικονομία, πριν μερικούς μήνες αντιμετωπίστηκε σοβαρά το ενδεχόμενο «ρίψης χρημάτων με ελικόπτερο»
[24] Εκτιμάται ότι η μείωση των επενδύσεων στην Ευρώπη, από το 2007-2016 ήταν περίπου 30%
[25] Βλ. Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, Η εν ψυχρω δολοφονία της Ελλάδας,Εκδόσεις Ιανός και Ίδρυμα Δελιβάνη, Αθήνα 2014, Εισαγωγή (και σε γαλλική μετάφραση)
[26] Harvard Institute of Politics
[27] Dani Rodrik, The Globalization Paradox: Democracy and the Future of the World Economy. New York: W.W. Norton & Company, 2011
[28] Mondialisattion conspiratrice op.cit.
[29] IFOP 2011, http://manifestepourundebatsurllibreechange.eu(archive)
[30] Andrew Ross Sorkin, «Davos in the era of Trump», International New York Τimes,17.01.2017
[31] Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η, μόνο πριν από μερικές εβδομάδες, εκλογή του Ronald Trump στην εξουσία, καθώς και οι εξαγγελίες του για τα μέτρα που προτίθεται να λάβει, δεν αρκούν για τη διάλυση των εύλογων ανησυχιών, σχετικά με τις μελλοντικές εξελίξεις στον κόσμο
[32] Καθώς, τα ΜΜΕ των ΗΠΑ και της Ευρώπης αποδείχθηκαν εντελώς ανίκανα να προβλέψουν την εκλογή του
[33] Παρότι, αν κρίνω από ορισμένες από αυτές, όπως για παράδειγμα τη διαπίστωση ότι «το ευρώ ευνόησε κύρια και πρωταρχικά τη Γερμανία», όπως ότι «η ΕΕ και το ευρώ δημιουργήθηκαν σε εσφαλμένες βάσεις»,κ.ά. ανταποκρίνονται πλήρως στα πράγματα
[34] Lawrence H. Summers «The age of secular stagnation», Foreign Affairs, March/April 2016, p.5
[35] Για μια πληρέστερη ανάλυση, βλ. Maurice Byé et Gérard Destanne de Bernis, les relations économiques internationales, 5ième édition Daloz, Paris 1987, pp 1251 et ss

kostasxan

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s